20/8/16

balearic revival: 2016


  
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όλο και περισσότεροι Βρετανοί και άλλοι Δυτικοευρωπαίοι, που είχαν την απαραίτητη οικονομική ευμάρεια, συνέρεαν στην Ibiza αναζητώντας έναν ιδανικό τόπο διακοπών μακριά από τη βιομηχανική καθημερινότητα της πατρίδας τους. Εκεί άκουσαν για πρώτη φορά τους ντόπιους DJs να παίζουν ένα ιδιαίτερο κράμα από ποικίλα μουσικά είδη, το οποίο οι ξένοι τουρίστες βάφτισαν balearic beat... Το balearic στιλ αναμφίβολα στηρίχτηκε στην επιθυμία απόδρασης από τον δυτικοευρωπαϊκό βιομηχανοποιημένο τρόπο ζωής προς έναν ιδεατό μεσογειακό παράδεισο απολαύσεων και χαλάρωσης.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται παγιδευμένος σε μία κρίση που ξεκίνησε ως οικονομική, αλλά έχει εξελιχθεί σε πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική, σε μία κρίση βίας. Έχει οπωσδήποτε φτωχύνει η διάθεση για την ανεπιτήδευτη διασκέδαση, τη θερινή ραστώνη και το χίπικο πνεύμα του balearic beat των αρχών των 90s. Άλλωστε και η διασκέδαση των τελευταίων είκοσι ετών, τόσο στην Ibiza, όσο και παγκοσμίως  έχει πάρει εντελώς άλλο δρόμο, με τα πολυπληθή club, την EDM, την υπερβολική πολυτέλεια. Ένα τέλεια οργανωμένο εμπορικό πακέτο ξέφρενης διασκέδασης ανταποκρίνεται πλήρως στην ανάγκη του Δυτικού ανθρώπου να κρυφτεί από έναν ολοένα και πιο πολύπλοκο και επίφοβο κόσμο.

Έτσι, το balearic beat εδώ και περίπου μία δεκαετία έχει αναβιώσει, προσπαθώντας να ξαναφέρει όλη αυτή την εναλλακτική νοοτροπία στην τρέχουσα μουσική σκηνή. Και πράγματι, αρχικά στο πλαίσιο του “balearic revival” ακούσαμε αξιόλογες κυκλοφορίες από νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι έχοντας μία πλούσια δισκοθήκη και μπόλικη έμπνευση, συνδύασαν  disco, ψυχεδελικό ροκ, ambient, deep house με απώτερο σκοπό το νοερό ταξίδι προς μία καλοκαιρινή ακρογιαλιά την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Ωστόσο, καθώς περνούσαν τα χρόνια, το balearic μπήκε σε πιο εμπορικά μονοπάτια˙ όχι ότι κατάφερε να εισχωρήσει στα hits της εποχής (αν και ο συρμός του tropical house οφείλει πολλά σε αυτό), αλλά σταδιακά αυτή η έκρηξη φρέσκιας μουσικής κατέληξε σε μία σωρεία από chill out κυκλοφορίες με ένα στοιχείο disco, το οποίο συνήθως δεν τις σώζει από την αδιαφορία.

Επομένως, σκέφτηκα ότι αξίζει να προβληθούν κάποιοι τρέχοντες καλλιτέχνες οι οποίοι παραμένοντας μέσα στα όρια του balearic revival, επιμένουν να προσφέρουν πραγματικά αξιόλογη μουσική. Ακόμα περισσότερο, αναζητούν ένα προσωπικό ύφος, πέρα από μόδες και συγκροτημένα μουσικά στιλ.

Ακολουθούν οι ως τώρα πιο ενδιαφέρουσες balearic κυκλοφορίες του 2016.

Ξεκινάμε με τη δυναμική επιστροφή του DJ και παραγωγού Phil Mison,  που αποτελεί έναν από τους βασικούς διαμορφωτές της downtempo electronica, τόσο με τα sets του στο Café Del Mar, όσο και με τις μουσικές του δημιουργίες του. Αρχές της χρονιάς, κυκλοφόρησε ως Cantoma το τρίτο του ολοκληρωμένο άλμπουμ , με τίτλο Just Landed: 90s chill out, 70s-80s easy listening, βραζιλιάνικη και flamenco μουσική δένονται με ωριμότητα στον ήχο, στην ενορχήστρωση, αλλά και στη συναισθηματική διάθεση. Στο βασικό single του άλμπουμ, Alive, ο Bing Ji Ling τραγουδάει για τη φθαρμένη, αλλά πάντα επίκαιρη αξία της συνύπαρξης με ανθρώπους που αγαπάμε.


Παράλληλα, ο Mison σε συνεργασία με τον νέο παραγωγό Thomas Schulz σχημάτισαν το γκρουπ Ambala και φέτος κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Volume 1 για λογαριασμό της δισκογραφικής Music For Dreams του Kenneth Bagger. Το κλίμα παρόμοιο με αυτό του Just Landed, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με απλά συμπαθητικό chill out, που λοξοκοιτάει προς house ρυθμούς. Βέβαια τα πολύ καλά κομμάτια δεν λείπουν, ενώ με άνεση ξεχωρίζει το Walk With Dreamers με τη συμμετοχή των Laid Back. Ένα από τα καλύτερα tracks του φετινού καλοκαιριού:


Μετά από αρκετά χρόνια, συγκεκριμένα εφτά, επέστρεψε και το ντουέτο των Fontän από τη Σουηδία. Το EP τους Babylon αποτελεί άξια συνέχεια του αριστουργηματικού τους άλμπουμ  Winterhwila του 2009. Μάλιστα, στο Babylon εξελίσσουν τον ήχο τους, καθώς τα στοιχεία space disco έχουν υποχωρήσει μπροστά σε μία ξεκάθαρη κατεύθυνση psych/ prog/ space rock. Φανταστείτε τον νεαρό Steven Wilson των Delerium Years να αναπολεί τις διακοπές του σε ένα ξεχασμένο νησάκι της Μεσογείου. Το Babylon αποτελεί την πιο αγαπημένη μου κυκλοφορία για το 2016 και δύσκολα βλέπω να ανατρέπεται αυτή η πρωτιά.




Από το ψυχεδελικό ροκ είναι επηρεασμένοι και οι Καλιφορνέζοι Pacific Horizons, οι οποίοι μέσα στο 2016 κυκλοφόρησαν δύο EPs. Στο πρώτο, The Loneliness Your Love Destroys, πειραματίζονται με έναν συνδυασμό ανάμεσα σε χαμηλόφωνο deep house και post punk/ new romantic. Το αποτέλεσμα είναι τρία αιθέρια  tracks, από οποία όμως λείπει μια πιο συγκροτημένη δομή. Στο δεύτερο τους EP, Streets of Babylon τα καταφέρνουν καλύτερα, παρουσιάζοντας την προσωπική τους εκδοχή για τον future garage ήχο. Η αφαιρετικότητα,  η νοσταλγία και η εσωστρέφεια έχουν για ακόμη μια φορά τον πρώτο λόγο, ενώ τα acid house και jungle beats και synths συνδυάζονται με 60s ψυχεδελικές κιθάρες. 





Αυτό το ονειρικό κλίμα κυριαρχεί και στο EP Agit των Islandman, που μας έρχονται από την Κωνσταντινούπολη. To Agit βγήκε επίσης από την Music For Dreamers, μία εταιρεία που διακρίνεται για το πλήθος των κυκλοφοριών της χωρίς να διατηρεί πάντα την ίδια ποιότητα. Αλλά, είναι σίγουρο ότι δίνει βήμα σε νέους, underground καλλιτέχνες. Έτσι και οι Islandman είναι μια νέα μπάντα που έχει κάτι ενδιαφέρον να πει. Η προσέγγιση τους στο balearic μου έφερε στο νου τους Tommy Awards, αλλά πλάι στα ράθυμα beats, τα ρετρό πλήκτρα και τις krautrock κιθάρες, προστίθενται world πινελιές αντλημένες από την πλούσια παράδοση της Τουρκίας.




Μάλιστα, φέτος οι Islandman ανήρτησαν διαδικτυακά το κομμάτι Godless Ceremony, δείγμα του επερχόμενου ομώνυμου άλμπουμ του, ένα απρόσμενα χορευτικό και κεφάτο τραγούδι. 




Ακόμα ένας ελάχιστα γνωστός καλλιτέχνης που αξίζει την προσοχή μας είναι ο Daniele Tomassini, ο οποίος με το ψευδώνυμο Feel Fly φέτος κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του Same Old Place Vol​.​1. Η περιγραφή που συνοδεύει την κυκλοφορία είναι ενδεικτική: «Let's try to figure out Daniele and his voiced homies sing along deep tunes and balearic hymns: peaceful». Ορχηστρικό ambient house, με πολλές αναφορές στη δεκαετία του ’90 και καλλιτέχνες όπως οι Orb και ο Moby, χωρίς όμως να λείπουν και στοιχεία από το πρόωρα και άδικα χαμένο chillwave κίνημα. Η προσέγγιση είναι DIY, η δομή των συνθέσεων και η παραγωγή έχουν μια γοητευτική απλότητα, ενώ τα συναισθήματα είναι ζεστά και μειλίχια. 





Τα δύο full-length του 2016 που χαρακτηρίζονται ως balearic και ταυτόχρονα συμπεριλαμβάνονται στην προσωπική μου λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς, μέχρι τουλάχιστον το τέλος αυτού του καλοκαιριού, είναι το 69 των Wilson Tanner και το Afterlife των NO ZU. Βέβαια, οι δρόμοι που ακολουθούν οι δύο αυτές μπάντες είναι εντελώς διαφορετικοί.

Οι Wilson Tanner είναι ένα project που αποτελείται από τους Andrew Wilson και John Tanner. O πρώτος είναι περισσότερο γνωστός ως Andras Fox, ένας χίπστερ πιτσιρικάς από την Αυστραλία ο οποίος με τα πολλά του project έχει καταφέρει να ενθουσιάσει τους θιασώτες του σύγχρονου chill out και disco. Στη συνεργασία του με τον συμπατριώτη του John Tanner έδωσαν ένα πραγματικά κορυφαίο δείγμα ambient μουσικής. Οι συνθέσεις του 69 βασίζονται σε ανολοκλήρωτες μελωδικές φράσεις στηριγμένες στη μινιμαλιστική ενορχήστρωση από synths, πιάνο, κιθάρα και κλαρινέτο. Μέσα από αυτή όμως την απλότητα αναδεικνύεται ένα εύρος επιρροών: από Brian Eno και Tangerine Dream μέχρι free jazz. Οι δύο μουσικοί ανοίγουν ένα προσωπικό διάλογο χαλάρωσης και αρμονίας με τον ακροατή.


Οι NO ZU μας έρχονται επίσης από την Αυστραλία, αλλά παρουσιάζουν ένα ύφος εξωστρεφές, νευρώδες και χορευτικό. Οι ίδιοι έχουν ονομάσει το ηχητικό τους χαρμάνι heatbeat και στο τελευταίο τους άλμπουμ Afterlife μας το παρουσιάζουν σε όλο του το μεγαλείο. Το funk συναντά το new wave και το electro τις μουσικές του κόσμου. Μερικές από τις πιο ιδιάζουσες περιπτώσεις της δεκαετίας του ’80, όπως το άλμπουμ Seven Souls των Material, το κομμάτι Regiment των Brian Eno και David Byrne και οι Ελληνοαμερικάνοι Anabouboula αποτελούν σημεία αναφοράς. Ιδιαιτερότητα στο συγκρότημα προσφέρουν και τα στοιχεία μυστικισμού, σουρεαλισμού και avant-garde που είναι πιο έκδηλα στα βίντεο των τραγουδιών τους.



Φυσικά οι balearic κυκλοφορίες του 2016 είναι περισσότερες από όσες αναφέρθηκαν σε αυτό το άρθρο, κάποιες έχω ακούσει και με έχουν λιγότερο ή περισσότερο απογοητεύσει, ενώ πολλές περιμένουν υπομονετικά να τις ανακαλύψω. Αλλά, ένας DJ ή φίλος της μουσικής γενικότερα ο οποίος φιλοδοξεί να αναθερμάνει το γνήσιο balearic πνεύμα χρειάζεται να αναζητά καλλιτέχνες, δίσκους και τραγούδια εκτός των ασφαλών ορίων της balearic αναβίωσης. Κι η αλήθεια είναι ότι  εκεί έξω υπάρχουν νεόκοπες μουσικές εντελώς ταιριαστές σε ένα ανοιχτόμυαλο και εκλεκτικό set : η afro-soul επιτυχία κοινωνικής ανησυχίας Black Man in A White World του Michael Kiwanuka, το alternative progressive rock των Atlanter (κάποια τραγούδια τους ρεμιξαρίστηκαν από τον Prins Thomas),  το ανορθόδοξο αλλά funky house του Mall Grab 


  


Αντί επιλόγου, θα μεταφέρω ένα απόσπασμα από μία πρόσφατη συνέντευξη του DJ Harvey για την εμπειρία του ως resident DJ στην Ibiza:  «I think younger people havent experienced this kind of party before. Maybe they’re used to bigger nightclubs, or heavier music, so to hear music that is a serious good time, a bit more melodic, and maybe reminiscent of times gone by – it’s an honest to goodness good time. I’m very, very happy with things here» (πηγή). Λόγια ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά του βαλεαρικού πνεύματος. 

Και μιας και αναμένουμε πως και πως τον Harvey να εμφανιστεί στο πολυαναμενόμενο Odyssia Festival, μια τεράστια προσπάθεια για τα δεδομένα της χώρας  μας, ορίστε και μια καθαρά ελληνική balearic κυκλοφορία του 2016, ένα remix έκπληξη από μια νέα δισκογραφική. Ήταν καιρός να συμμετέχουμε κι εμείς σε αυτό το αλισβερίσι: 



11/7/16

Αναφορά στον Νίκο Παπάζογλου


Πριν κάποιες μέρες, πέτυχα στην τηλεόραση το αφιέρωμα της εκπομπής Μηχανή του Χρόνου στον Νίκο Παπάζογλου, με άγνωστες λεπτομέρειες της δισκογραφίας, της καριέρας και της ζωής του, αποδοσμένες με θαυμασμό και αξιοπρέπεια. Άλλωστε, η Μηχανή του Χρόνου παραμένει διαχρονικά μία από τις λίγες πραγματικά αξιόλογες προτάσεις στην ελληνική τηλεόραση.


Παρακολουθώντας, λοιπόν, το συγκεκριμένο αφιέρωμα, βεβαιώθηκε στο νου μου η σκέψη ότι ο Νίκος Παπάζογλου αποτελεί μία μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη στη σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή. Είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες συνθέτες και τραγουδιστές που πάντρεψαν τόσο ουσιαστικά την καλλιτεχνική ποιότητα με την εμπορική επιτυχία. Επίσης, ο Παπάζογλου πρωτοπόρησε και στην προσέγγιση της δικής μας μουσικής παράδοσης με τη δυτική, ειδικά με το ροκ. Ενώ, ήδη από την περίοδο της δικτατορίας έλαβε μέρος σε αρκετά ροκ συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, με σημαντικότερο τους Μακεδονομάχους, τα πρώτα του δύο προσωπικά άλμπουμ Η Εκδίκηση της Γυφτιάς (1978) και Τα Δήθεν (1979) σε μουσική Νίκου Ξυδάκη και στίχους Μανώλη Ρασούλη ακολουθούν εντελώς άλλη κατεύθυνση, αξιοποιώντας το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη και του Πάνου Γαβαλά, αλλά και  πιο υπόγεια το σμυρνέικο. Έτσι, ο αναπόφευκτος συγκερασμός ανάμεσα «καθ’ ημάς» και στον ηλεκτρικό ήχο πραγματοποιήθηκε στα δύο επόμενά του άλμπουμ, Χαράτσι (1984) και Μέσω Νεφών (1986). Ακούστε το αριστουργηματικό τραγούδι Ευχή, λες και μία jazz rock μπάντα παίζει στο ημίφως ενός καφέ αμάν. 


Όπως γράφει και ο ίδιος στις σημειώσεις από το Χαράτσι: «η αγάπη είναι πράγμα ισχυρότερο από τη διαφορά˙ το ζήτημα είναι να συγκεράσουμε τις μουσικές μας αντιθέσεις, που είναι και οι δικές μας αντιθέσεις, σ’ ένα μικτό αλλά νόμιμο μουσικό είδος». Μία προσωπική, υπαρξιακή προσέγγιση στη μουσική δημιουργία, με σαφή αναφορά στον Διονύσιο Σολωμό. Ο Νίκος Παπάζογλου ανήκε στους καλλιτέχνες με κουλτούρα και άποψη, χαρακτηριστικό που φαίνεται κυρίως από τις επιλογές που έκανε κατά τη διάρκεια της πορείας και της ζωής του. 

Τελικά θα έλεγα ότι από όλους του Έλληνες καλλιτέχνες, ο Παπάζογλου βρίσκεται εγγύτερα σε εκείνους του πολύ διάσημους τραγουδιστές και συνθέτες του Αραβικού κόσμου που, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’80 και του ’90, ανανέωσαν την παράδοση των χωρών τους μέσα από την επαφή με το rock, τη jazz, το funk, τη reggae. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Γαλλοαλγερινός Rachid Taha, στον οποίο είναι αφιερωμένη και μία ανάρτηση αυτού του blog. Όπως και ο Rachid Taha, έτσι και ο Νίκος Παπάζογλου μπόλιασε το λαϊκό μας τραγούδι με ηλεκτρικές κιθάρες, σύνθια, drums, κατορθώνοντας παράλληλα να δημιουργήσει τραγούδια τα οποία - ενώ αψηφούν κάθε τυπικό διαχωρισμό ανάμεσα σε «έντεχνο» και «εμπορικό», «λαϊκό» και «ροκ» κλπ.- αγκαλιάστηκαν με θέρμη από το κοινό και έγιναν τεράστιες επιτυχίες. Στις συναυλίες του Παπάζογλου ο κόσμος χόρευε και γλεντούσε με την ψυχή του. 


  

Αλλά, ο καλλιτέχνης από τη Θεσσαλονίκη προσέφερε ακόμα περισσότερα στην ελληνική μουσική, ως παραγωγός και αναζητητής νέων ταλέντων. Στο στούντιό του Αγροτικόν ηχογράφησαν μερικοί από τους κορυφαίους τραγουδιστές και τραγουδοποιούς και κάποιες από τις σημαντικότερες μπάντες στη χώρα μας. Μιας και ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι η λεπτομερειακή αναδρομή στο παρελθόν, καθώς αυτές οι πληροφορίες υπάρχουν πλέον στο διαδίκτυο για να τις βρει ο καθένας, δειγματοληπτικά θα αναφέρω ποιες παραγωγές πραγματοποιήθηκαν στο Αγροτικόν το 1985:

-    Χειμερινοί Κολυμβητές – Από το Πάρκο στη Μυροβόλο
-    Φατμέ – Ρίσκο
-    Τρύπες – Τρύπες


πηγή: Discogs

Μόνο από αυτή τη σύντομη αναφορά, γίνεται κατανοητό πόσο καίριος ήταν ο ρόλος του Παπάζογλου στη διαδρομή της ποιοτικής ελληνικής μουσικής κατά τα τριάντα τελευταία χρόνια. Άλλωστε είναι γνωστό ότι η λεγόμενη «Σχολή της Θεσσαλονίκης» είχε ως αφετηρία αυτόν: Σωκράτης Μάλαμας, Ορφέας Περίδης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Μικρές Περιπλανήσεις κ.α. Βέβαια, κάποιος μπορεί να φέρει τον αντίλογο ότι αυτό ακριβώς οι καλλιτέχνες αποτελούν κατεξοχήν εκπροσώπους του «έντεχνου» τραγουδιού, το οποίο εδώ και αρκετά χρόνια έχει μετατραπεί σε μία  ταμπέλα που έχει γίνει στόχος σάτιρας, ακόμα και επιθετικής κριτικής. Αλλά, είμαι βέβαιος ότι ο ίδιος ο Παπάζογλου δεν νοιαζόταν για ταμπέλες, καθώς η δράση του ως συνθέτης, τραγουδιστής και ακόμα περισσότερο παραγωγός υπήρξε εκπληκτικά πολυδιάστατη: από λαϊκό τραγούδι σε post punk και από jazz σε singer songwriter

Θα κλείσω αυτές τις σκέψεις, δίνοντας τον λόγο στον ίδιο τον πρωταγωνιστή τους. Παράβαση από τους Αχαρνής του Αριστοφάνη σε μετάφραση και μουσική Διονύση Σαββόπουλου:



 

Σημείωση: Μιας και στο τέλος του άρθρου αναφέρθηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος στην ουσία ανακάλυψε και προώθησε τον Παπάζογλου, ταιριάζει να μεταφέρω μία ανάρτηση που έκανε στο Facebook μία διαδικτυακή φίλη: «Διακρίνω:  έργο - δημιουργός. Μπορεί να μελετώ το πρώτο κι ας με ενοχλεί το δεύτερο... θεμιτή επιλογή, νομίζω.»  Αλλά, αυτή η κρίση αναμφίβολα δεν ταιριάζει στον Νίκο Παπάζογλου.

Εικόνα: στιγμιότυπο από συναυλία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, τέλη 70s (πηγή)