30/12/14

Το 2014 σε 10 άλμπουμ + 21 τραγούδια

Εδώ και κάμποσους μήνες, κάθε φορά που σκεφτόμουν την πιθανότητα να επιλέξω τις καλύτερες κυκλοφορίες του 2014, κατέληγα στην απόφαση να μην το κάνω. Από το 2010 ως το 2013 από αυτό εδώ το blog, παρουσίαζα ένα κείμενο με τις μουσικές που άκουσα περισσότερο κάθε χρονιά, οπότε η αρχική ιδέα ήταν φέτος να απέχω από την όλη διαδικασία. Έλα όμως που η απόλαυση του τελετουργικού της επανακρόασης και της επιλογής κυριάρχησε, έτσι εδώ σας παρουσιάζω τη λίστα με τις δέκα προτιμώμενες κυκλοφορίες του έτους σε full-lengths και EPs. 

Αντίθετα όμως με τις προηγούμενες φορές, το κάθε άλμπουμ δεν συνοδεύει κείμενο, καθώς δεν είχα χρόνο να καταπιαστώ με τη συγγραφή χαλαρά και μεθοδικά, όπως μου αρέσει. Ωστόσο, τα δύο άλμπουμ από τη δεκάδα που βρίσκονται σε free downloading συνοδεύονται από το απαραίτητο link. Επίσης, προκειμένου η ανάρτηση να είναι χορταστική, επέλεξα ένα track από κάθε κυκλοφορία, μαζί με ακόμα έντεκα  κομμάτια της χρονιάς και τα έμπλεξα όλα μαζί σε ένα DJ set. Να σημειώσω πως τα άλμπουμ βρίσκονται σε αξιολογική σειρά, ενώ τα κομμάτια του σετ σε τέτοια σειρά, ώστε να λένε μια ιστορία, την ιστορία του 2014.

01.  Tempelhof & Gigi Masin – Hoshi
02.  Paqua – Akaliko
03.  Music For Your Plants - PAN EP
04.  HAUS - Holy Ghosts
05.  Uyama Hiroto - Freedom Of The Son
06.  HOME – Odyssey
07.  Baby Guru – Marginalia
08.  Vulfpeck - Fugue State
09.  Tommy Awards – Sessions
10.  Burnt Belief – Etymology



Με μια πρώτη ματιά, θα παρατηρήσατε ότι τα περισσότερα από τα άλμπουμ δεν παρουσιάζονται στα «best» των πιο γνωστών και επιδραστικών μουσικών μέσων. Ακολουθώντας την ίδια νοοτροπία που είχα και πέρσι, επέλεξα τις συγκεκριμένες δουλειές, επειδή νομίζω πως κάποιος ακροατής που έχει την όρεξη να «ψαχτεί», μπορεί μέσα στην πληθώρα της τρέχουσας μουσικής να ανακαλύψει τον ήχο που του ταιριάζει απόλυτα, ακόμα και αν έχει κυκλοφορήσει από κάποιον καλλιτέχνη που δεν είναι τόσο γνωστός. 

Να, για παράδειγμα, το καλύτερο άλμπουμ που άκουσα φέτος ήταν το Hoshi, προϊόν συνεργασίας του συνθέτη Gigi Masin και του ντουέτου των Templehof. Ο ιδιαίτερος ήχος των γειτόνων Ιταλών μου ταίριαξε απόλυτα: ambient μουσική που αποπνέει χαρμολύπη και ηρεμία, φέρνει στο νου μεσογειακά τοπία και έχει αναφορές στον πειραματισμό και τη τζαζ. 


Κλείνοντας, να αναφέρω πως το 2014 ήταν πλούσιο από πλευράς μουσικών δράσεων: η ραδιοφωνική Εκπομπή που ψάχνει τίτλο συνεχίζεται, η ενασχόλησή μου με το DJing έγινε πιο έντονη και ουσιαστική, χάρη και στο ντουέτο των Brkn Glssz και, last but not least, εγκαινίασα την αρθογραφία μου στην ιστοσελίδα Progrocks.gr


Το σημαντικότερο όλων: ήρθα σε επαφή και ενδυνάμωσα τη σχέση μου με ανθρώπους που έχουν ένα τρελό μεράκι για τη μουσική κι αισθάνθηκα, για ακόμα μια φορά, μέρος μια μεγάλης παρέας. 


Το κολάζ της εικόνας τίτλου είναι δική μου δημιουργία. Μιας και έχουμε τα 21 καλύτερα κομμάτια του 2014, μια αναφορά στο παιχνίδι 21 ή blackjack είναι κατάλληλη και πολύ εορταστική, συγκεκριμένα πρωτοχρονιάτικη...

Καλή Χρονιά! 

28/12/14

guest 15/ And now for something completely different: the 10 finest releases of 2014 (2)

 Το πρώτο μέρος του άρθρου, εδώ

5. Heliocentrics & Melvin Van Peebles

Σε μια διαπλανητική ιστορία ξεδιπλώνεται όλη η μαγεία των Heliocentrics σε αυτό τον συνεργατικό τελευταίο τους δίσκο παρέα με τον Αμερικάνο σκηνοθέτη, μουσικό, ποιητή, οραματιστή Melvin Van Peebles. Δε χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο από λίγη αστρόσκονη και την ψυχεδελική ματιά του Malcolm Catto και της ομάδας του, για να έχουμε ως αποτέλεσμα μια μαγευτική δουλειά.

6. The Afghan Whigs - Do To The Beast

  
Δεν είναι και λίγο 16 χρόνια μετά το τελευταίο σου album να επιχειρείς να επανέλθεις στο προσκήνιο και μάλιστα τόσο επιτυχημένα όσο και οι Afghan Whigs. Από τις καλύτερες μπάντες τη δεκαετίας του 90 και μ'  ένα ουσιαστικό και απολαυστικότατο come back!

7. Nick Waterhouse – Holly


Στον 2ο δίσκο του ο Waterhouse διατηρεί το εντελώς προσωπικό ύφος του, που δεν αναβιώνει σε καμία περίπτωση τη Rhythm 'n' Blues - Soul σκηνή, αλλά οφείλει πολλά σε αυτή, με λαχταριστές χορευτικές συνθέσεις και μας αποδεικνύει ότι ήρθε για να μείνει. Είναι από τις κυκλοφορίες που γουστάρεις πραγματικά να έχεις σε βινύλιο και να ακούγονται και σκράτς από το λιώσιμο στο πικ-απ!

8. Paul White - Shaker Notes


Ο φετινός δίσκος του κυρίου White είναι από αυτές τις περιπτώσεις που σε κερδίζουν με το πρώτο άκουσμα. Ηλεκτρονική κατά κύριο λόγο μουσική με διάσπαρτες πινελιές από soul και jazz, υπό το πρίσμα σαφώς του ταλαντούχου παραγωγού ο οποίος κατά περιόδους έχει καταπιαστεί με το hip-hop και την ψυχεδελική ροκ το ίδιο επιτυχημένα!

9. Solstafir 
- Otta

 Οι Solstafir προέρχονται από την παγωμένη αλλά μαγευτική Ισλανδία. Μια χώρα που ο μισός πληθυσμός της ασχολείται ή έχει ασχοληθεί με τη μουσική… και μάλιστα με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα! Το υπόβαθρό τους χαρακτηρίζεται από σκληρές κιθάρες black metal αισθητικής παντρεμένες αργότερα με μια post-rock νοοτροπία, για να καταλήξουν τελικά σε ό,τι πιο λυρικό και ψυχεδελικό έχουν παρουσιάσει μέχρι σήμερα, το Ótta! Μια δοκιμή θα σας πείσει...

10. Eric Truffaz, Murcof - Being Human Being


 Έξι χρόνια έχουν μεσολαβήσει από την καταπληκτική πρώτη συνεργασία του Γάλλου τρομπετίστα Erik Truffaz με τον Μεξικανό ηλεκτρονικάκια Fernando Corona, γνωστότερο σαν Murcof (δεν λαμβάνω υπόψη την συνάντησή τους το 2006 παρέα με τον Talvin Singh). Από εκεί που το είχαν αφήσει ,λοιπόν, στο μίνι album Mexico του 2008, το πιάνουν και σιγά-σιγά ξεδιπλώνουν τη μαγεία σε ολόκληρο δισκογράφημα, αυτή τη φορά με τίτλο Being Human Being.

Ατμοσφαιρικά σκοτεινά ηλεκτρονικά ηχοτοπία από τον μεν Murcof συμπληρώνονται με την στοιχειωμένη τρομπέτα του Truffaz, για να δημιουργήσουν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα και να ανταμείψουν κάθε υπομονετικό ακροατή. Η εικονογράφηση έχει γίνει από τον κορυφαίο Enki Bilal και το συνολικό αποτέλεσμα είναι υψηλής αισθητικής αξίας.

Αξίζει να αναφερθεί σαν υστερόγραφο πως έγινε σπουδαία δουλειά τη χρονιά που φεύγει και στις ανατυπώσεις δίσκων που είτε δεν είχαν επανακυκλοφορήσει από τη 1η τους κυκλοφορία, είτε ήταν εξαντλημένοι τα τελευταία -αρκετά- χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση και ενδεικτικά παραθέτω μια σειρά από φωτογραφίες...





 

Εικόνα τίτλου: George Teseleanu, Smoking the music pipe
(που πράγματι έχει κάτι από την αισθητική των Monty Python)

26/12/14

guest 15/ And now for something completely different: the 10 finest releases of 2014 (1)


Ο 15ος και τελευταίος καλεσμένος στο blog μας και κατ’ επέκταση στη ραδιοφωνική «Εκπομπή που ψάχνει τίτλο» για το 2014, δεν είναι άλλος από τον Γιώργο Ζούκα, φίλο και συνεργάτη στον Nova Fm 106,  ο οποίος επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή «And Now For Something Completely Different».  Όπως και πέρσι, έτσι και φέτος, καθώς το 2014 κόβει το νήμα του τερματισμού, προτείνει τις αγαπημένες του δισκογραφικές κυκλοφορίες της χρονιάς. Δέκα άλμπουμ (συν κάποια… εξτραδάκια), η παρουσίαση των οποίων θα ολοκληρωθεί σε δύο αναρτήσεις.

Επίσης, με τον Γιώργο είμαστε και «συμπαίκτες» στο DJ δίδυμο Brkn Glssz. Εδώ και πάνω από τρία χρόνια παρουσιάζουμε τα αυστηρώς back-2-back σετ μας τόσο στο ραδιόφωνο, όσο και σε διάφορα καφέ, μπαρ και κλαμπ του Βόλου. Το πρώτο μας event είχε πραγματοποιηθεί στο beach bar
«Mediterraneo», το καλοκαίρι του ’11. 

Η όλη περιπέτεια των σπασμένων γυαλιών γίνεται ολοένα πιο ενδιαφέρουσα και, νομίζω, από κάθε άποψη αξιόλογη. Κι έχουμε ακόμα μέλλον…!

 ______________________________________________________

Ακόμα μία χρονιά περνάει και για ακόμα μια φορά τα βάζουμε κάτω και «παλεύουμε» με τα «δισκογραφικά θηρία»! Ο σκοπός φυσικά δεν είναι για να βγάλουμε νικητές και ηττημένους από αυτή την ιστορία, αλλά για να διευρύνουμε τους πνευματικούς μας ή καλύτερα τους μουσικούς μας ορίζοντες.

Ο λόγος βεβαίως για τις αιωνίως ψυχαναγκαστικές και ψυχοβγαλτικές λίστες με τα «καλύτερα της χρονιάς». Η συνταγή απλή, οι συμμετέχοντες πολλοί και τα αποτελέσματα ακολουθούν χωρίς καμία αξιολογική σειρά -οι αριθμοί έχουν μπει χάριν παρουσίασης- και ουδεμία σχέση έχουν με το ποιος από τους ακόλουθους δίσκους είναι καλύτερος και γιατί.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω,  πολλές και αξιόλογες οι κυκλοφορίες και για το '14, αλλά δεν μπορούν να χωρέσουν όλες σ' ένα αρθράκι στο τέλος του χρόνου. Οι περισσότερες παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, μέσα και από την εκπομπή του γράφοντος,
And now for something completely different, που μεταδίδεται κάθε Τετάρτη 22.00-23.00, από τη συχνότητα του Nova Fm 106MHz στο Βόλο.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν:

1. Damon Albarn - Everyday Robots


 Από τους πιο απολαυστικούς και χορταστικούς δίσκους για το 2014, ήταν το πρώτο solo δισκογραφικό τόλμημα του Damon Albarn, πάλαι ποτέ φωνή των Blur. Κατεξοχήν νυχτερινός δίσκος με πιασάρικες μελωδίες και υποδειγματική παραγωγή (ο ίδιος παρέα με τον Arthur Russell της XL Recordings), πότε πιο ρυθμικές και πότε πιο μελαγχολικές, το Everyday Robots συμπληρώνει το κενό στον καλλιτεχνικό καμβά του Albarn μεταξύ της Blur εποχής και της μετέπειτα ενασχόλησής του με την Αφρικανική ήπειρο και τη μουσική της.
 
 2. Aphex Twin – Syro


Ίσως από τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς, είναι και η επιστροφή του Aphex Twin, έπειτα από 14 χρόνια απουσίας. Ο μάστορας της παράξενης ηλεκτρονικής και των απίθανων ενορχηστρώσεων επιστρέφει μ' έναν δίσκο που ως συνήθως δίχασε. Συνθέσεις παλιές και νεότερες παρουσιάστηκαν στο Syro, οι οποίες αμέσως προδίδουν τον συνθέτη τους. Ένα άλμπουμ που δεν θα χαρακτήριζα και πρωτοποριακό αλλά όχι και αμελητέο και βέβαια δε θα μπορούσε να λείπει από αυτή τη λίστα. Περιμένουμε όπως είναι φυσικό το πως θα εξελιχτεί η νέα κρούση του κυρίου Aphex…

Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός του νέου δίσκου των ομοεθνών του Aphex, Plaid:

Plaid - Reachy Prints


Οι Plaid είναι ένα από τα υπέροχα διαμάντια που έχει στο roster της η ιδιαίτερη δισκογραφική ηλεκτρονικής μουσικής Warp εδώ και πολλά χρόνια. Στο δέκατο δισκογράφημά τους μας παρουσιάζουν μια πλούσια σε εικόνες εμπειρία μέσα από τον κόσμο των ονείρων με τον οποίο, απ' ότι φαίνεται, είναι απόλυτα εξοικειωμένοι.
 

 3. Clap! Clap! - Tayi Bebba

Από τις πιο συναρπαστικές κυκλοφορίες της χρονιάς είναι το ντεμπούτο του Cristiano Crisci κάτω από το προσωνύμιο Clap! Clap!. Παλαβή electronica με καταφανείς επιρροές από την Αφρικανική ήπειρο -κι εδώ, καθώς και στιβαρό μπάσο και σοβαρούς χορευτικούς ρυθμούς... 



4. Karl Hector & The Malcouns - Unstraight Ahead

8 χρόνια μετά το ντεμπούτο τους Sahara Swing,  ο Karl Hector με τους Malcouns επιστρέφουν μ' ένα δίσκο οδοστρωτήρα. Ένα ατέλειωτο ταξίδι σε funk ρυθμούς με αφρικάνικες ρίζες και όχι μόνο, αφού στο φετινό Unstraight Ahead, μαζί στη ψυχεδελική τους funk, εντοπίζεις στοιχεία από βαλκανική μουσική, μεσογειακό αέρα και βέβαια τις πολλαπλές πλευρές της αφρικάνικης παράδοσης!


Η συνέχεια του άρθρου, εδώ

24/12/14

Burnt Belief - Etymology (2014, Alchemy Records) // via Progrocks.gr //

Μέσα στο 2014, η μουσικοκριτική μου δραστηριότητα εμπλουτίστηκε από τη συμμετοχή μου στην ομάδα των αρθογράφων του Progrocks.gr. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς, συμμετείχα στην παρουσίαση έξι άλμπουμ και ήμουν αποκλειστικά υπεύθυνος για τρία άρθρα, ένα εκ των οποίων θεωρώ το πιο φιλόδοξο μουσικό κείμενο που έγραψα το 2014, πάνω σε ένα θέμα με το οποίο ήθελα να καταπιαστώ τα τελευταία δύο περίπου χρόνια. Επίσης, να σημειώσω και το ωραιότατο σκηνικό των λιστών με τα άλμπουμ και τραγούδια που οι συντάκτες της ιστοσελίδας επέλεγαν κάθε μήνα, ανάμεσα τους και εγώ. Αυτή η επιλογή με βοήθησε να βάζω σε μία τάξη τις χαοτικές μου ακροάσεις. Συνέχιζουμε δυναμικά και στο νέο έτος, λοιπόν!

Παρακάτω θα διαβάσετε τη γνώμη μου για το άλμπουμ των Burnt Belief, Etymology. Μια δεύτερη γνώμη έχει διατυπώσει ο φίλος Δημήτρης, ο οποίος έχει επιμεληθεί και την εισαγωγή της όλης δισκοκριτικής.


 Σκοτεινά κτίρια και δέσμες φωτός

Το εξώφυλλο του άλμπουμ Etymology των Burnt Belief κοσμεί μια ενδιαφέρουσα ασπρόμαυρη φωτογραφία. Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε τη θάλασσα ενός λιμανιού γεμάτη με τις αντανακλάσεις από τα φώτα σκοτεινών κτιρίων τα οποία διακρίνονται στο φόντο, ενώ παράλληλα δέσμες φωτός εξακτινίζονται στον νυχτερινό ουρανό με μια θέληση φουτουριστική. Αυτή η εικονοπλασία νομίζω πως εκφράζει πετυχημένα το μουσικό ύφος των Burnt Belief. Οι μαύροι τσιμεντένιοι όγκοι στο βάθος σαν να αντιστοιχούν στη βαριά και τεχνοκρατική ατμόσφαιρα του ήχου τους, ενώ τα φαντασμαγορικά φώτα στη μελωδικότητα και στην ευαισθησία που υφέρπουν σε αυτόν.

Burnt Belief είναι το όνομα του project του κιθαρίστα John Durant και του μπασίστα των Porcupine Tree, Colin Edwin, οι οποίοι συνοδεύονται από μια ομάδα πολύ καλών session μουσικών. Το Etymology είναι το δεύτερο προϊόν της συνεργασίας τους, το 2012 είχε προηγηθεί το ομώνυμο άλμπουμ. Όπως είναι λογικό, η μουσική του Etymology είναι δομημένη με πυρήνα το μπάσο του Edwin και την κιθάρα του Durant. Το στιλ του μεν είναι στιβαρό και ρυθμικό, αλλά ταυτόχρονα ζεστό και μελωδικό, ενώ ο δε αναδεικνύει μια εκλεκτική κιθαριστική έκφραση που οφείλει πολλά στην τζαζ του Pat Metheny και στο progressive rock του Robert Fripp.

Γενικότερα, ο χαρακτηρισμός «εκλεκτικότητα» ταιριάζει γάντι στο ύφος που χτίζουν οι Burnt Belief, καθώς αυτό διακρίνεται από ετερόκλητες επιρροές, κατά κύριο λόγο αντλημένες μέσα από τη δεκαετία του ‘90: μπασογραμμές και σύνθια που παραπέμπουν στους πρώιμους Porcupine Tree, καλειδοσκοπικά beats που λοξοκοιτάνε στο industrial trip hop του Mezzanine των Massive Attack, dub πινελιές αλά Bill Laswell και στοιχεία από το εγκεφαλικό nu-jazz των Cinematic Orchestra. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε world χρώματα και γυρίσματα σε funk ρυθμολογίες, έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του ήχου του project.

Βέβαια οι δύο Βρετανοί καλλιτέχνες αφομοιώνουν αυτές τις επιρροές σε ένα συμπαγές και αρκετά ιδιοσυγκρασιακό μίγμα. Το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του, για μένα τουλάχιστον, παραμένει αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην ψυχρή και σκοτεινή ατμόσφαιρα και τη δροσιά των προσεκτικά στημένων μελωδιών. Ακούστε, για παράδειγμα, τις συνθέσεις Hover, Rivulet και Chimera.

Ωστόσο, η προσέγγιση των Burnt Belief, ως ένα βαθμό, πέφτει σε μια κάπως αναμενόμενη ευκολία, αυτή του ακαδημαϊσμού. Είναι πιο εύκολο για βιρτουόζους και έμπειρους  μουσικούς, όπως είναι οι Edwin και Durant, να συνθέσουν μουσική «δύσκολη», με δομή δαιδαλώδη βασισμένη στον αυτοσχεδιασμό, παρά να τιθασεύσουν τον ελιτισμό τους, καταφεύγοντας συνειδητά στην απλότητα. Αυτή η νοοτροπία τους γίνεται πιο έντονα αισθητή λόγω της μεγάλης διάρκειας του άλμπουμ, το οποίο ξεπερνά τη μία ώρα. Αλλά, αν ο ακροατής δείξει συγκέντρωση και υπομονή, τότε θα ανταμειφθεί με σπάνια πληθωρικότητα και ουσία.

Μια ακόμη συνηθισμένη κατηγορία που επισύρεται εναντίον του ακαδημαϊσμού είναι η απομάκρυνση από τον πραγματικό κόσμο, από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις. Ειδικότερα όταν μια τέτοια επιλογή γίνεται σε συνάρτηση με μουσική εξολοκλήρου ορχηστρική, όπως είναι αυτή των Burn Belief, πιθανότατο αποτέλεσμα είναι μια τέχνη αποστειρωμένη από κάθε πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό. Κι όμως, οι Burnt Belief ξεπερνούν αυτά τα εμπόδια και καταφέρνουν να εμπλουτίσουν τη μουσική τους και με τέτοιες ανησυχίες. Αρχικά το όνομα που έχουν επιλέξει φανερώνει μια ανατρεπτική κριτική σε κάθε ιδέα που μπορεί να αναχθεί σε ιδανικό. Αλλά, πριν κατηγορηθούν για μηδενισμό, στρέφουν την προσοχή του ακροατή στο σχεδόν δωδεκάλεπτο κομμάτι Not Indifferent, όπου με τον τρόπο τους δηλώνουν πως δεν είναι αδιάφοροι για την κρίσιμη περίοδο που βιώνουμε. Η ανησυχία τους δηλώνεται μέσω ενός δυσοίωνου dark ambient που καταλήγει σε μια οργισμένη κορύφωση, φλερτάροντας ακόμα και με το metal.



Αν αναλογιστούμε πως η αρχική έννοια της λέξης «ετυμολογία» είναι «αληθινός λόγος», ίσως η ίδια η λαβυρινθώδης δομή της μουσικής των Burnt Belief να αντιστοιχεί στη δύσκολη αναζήτηση  για κάτι αληθινό, σε έναν κόσμο επίπλαστων ιδανικών. Τελικά, ο John Durant και ο Colin Edwin καταφέρνουν να συγχρονίσουν την ώριμη μα και πειραματική τους καλλιτεχνική πρόταση  με τις ελπίδες και τους φόβους της εποχής μας. Το Etymology προσκαλεί σε μια ακροαστική εμπειρία παρόμοια με ένα αστικό ταξίδι τη νύχτα, ανάμεσα σε αγέρωχα κτίρια και υπόγεια φώτα.

Βαθμός: 8,5/10

22/12/14

Επιλεγμένο hip hop από το 2014 (2)

Εδώ το πρώτο μέρος του άρθρου

Cloud Ni9e feat. Kensho Kuma & Justin Murta - Peaceful Warrior

  
Ακόμα ένα τραγούδι από κατά κύριο λόγο Γιαπωνέζους καλλιτεχνες, μια συνεργασία ανάμεσα στον παραγωγό Cloud Ni9e και τους MCs Kensho Kuma και Justin Murta, ο οποίος μας έρχεται από τις ΗΠΑ. O Cloud Ni9e συμμετείχε στην ομάδα των καλλιτεχνών Ficus, που το 2013 κυκλοφόρησαν στην Hideout Recordings το άλμπουμ Black Foliage. Στο Black Foliage έγινε μια αξιόλογη προσπάθεια για μια πιο εξωστρεφή εκδοχή του αντιπροσωπευτικού για την συγκεκριμένη εταιρία jazzy hip hop στιλ. Η ίδια αντίληψη κυριαρχεί και σε αυτό το τραγούδι, που εμπεριέχεται στο ντεμπούτο του Cloud Ni9e, Alternative. Ο νέος καλλιτέχνης ακολουθώντας πιστά αλλά και δημιουργικά τη γραμμή του συνδυασμού της jazz με το hip hop, χτίζει μια μελωδική παραγωγή στην οποία ξεχωρίζουν οι αυτοσχεδιασμοί του βραχνού σαξοφώνου.

Γενικότερα, στο Peaceful Warrior προβάλλεται αυτή η χαρακτηριστική αίσθηση της «ήρεμης δύναμης», μια ψυχολογία αυτοπεποίθησης και αποφασιστικότητας, απαλλαγμένη από κάθε ματαιοδοξία. Οι δύο MCs εξηγούν πως εντελώς συνειδητά επιλέγουν τον μη-βίαιο αγώνα ενάντια στο ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που καταπιέζει και καταπατά, στην ουσία επιλέγουν τη δύσκολη καθημερινή προσωπική πολιτική πάλη: «never mistake an individual’s humility as its weakness»…

Uyama Hiroto feat. Fat Jon – Spectrum


  
Μια από τις πιο αναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς ήταν το δεύτερο full-length άλμπουμ του πολυοργανίστα και παραγωγού Uyama Hiroto, με τίτλο Freedom Of The Son. Εδώ δεν σκοπεύω να αναφερθώ στο άλμπουμ, αλλά σε ένα από τα καλύτερα tracks του, που τιτλοφορείται Spectrum, στο οποίο τα ραπ φωνητικά έχει αναλάβει ο επίσης παραγωγός Fat Jon.

Το Spectrum αποτελεί ένα αριστουργηματικό δείγμα του Γιαπωνέζικου jazzy hip hop και ένα από τα καλύτερα τραγούδια του 2014. Ένα κομμάτι προσωπικό, αυτοαναφορικό και μεταμεσονύκτιο. Το beat, φτιαγμένο από ζωντανά, θαρρείς, κρουστά θυμίζει τον χτύπο μιας ήρεμης καρδιάς, ενώ μια μινιμαλιστική μελωδία στο πιάνο φέρνει τζαζ μνήμες. Πάνω σε αυτό το ηχοτοπίο, ο Fat Jon μας εξομολογείται  την αντιφατική σχέση που έχει ο νοητικός και συναισθηματικός του κόσμος με την πραγματικότητα, αυτό το ατέρμονο γίγνεσθαι της ζωής: πότε το αποδοκιμάζει απογοητευμένος, πότε το αγκαλιάζει και νιώθει κομμάτι του.   

Sekwensa feat. Billy One – Stinkerbell


  
Με τον Αυστραλό Sekwensa, τον οποίο ανακάλυψα σχετικά πρόσφατα στο Soundcloud,  βυθιζόμαστε ακόμα περισσότερο σε μια ατμόσφαιρα από ημίφως και καπνό. Στο τραγούδι Stinkerbell τα φωνητικά έχει αναλάβει ο Billy One.

Μετά από ένα σύντομο ψάξιμο στο διαδίκτυο, είδα πως stinkerbell είναι ένας λίγο σαρκαστικός, λίγο χαριτωμένος χαρακτηρισμός που δίνεται στα μωρά, ειδικά στα κοριτσάκια, όταν η πάνα τους μυρίζει άσχημα… Τώρα το πώς σχετίζεται ο συγκεκριμένος τίτλος με το περιεχόμενο των στίχων, θα σας γελάσω, καθώς ο συνδυασμός της lo-fi παραγωγής και της έντονης προφοράς έχει ως αποτέλεσμα τη δύσκολη κατανόηση των στίχων… τουλάχιστον από μένα. Πάντως, δεσπόζει το κλασικό στιχουργικό θέμα του «rap battling», αλλά προς το τέλος μάλλον γίνεται και ένας κοινωνικός ή καλύτερα οικολογικός υπαινιγμός. 


Από μουσικής πλευράς, έχουμε να κάνουμε με μια απλή κι απογυμνωμένη hip hop παραγωγή, η οποία χρωστάει πολλά αφενός στο ambient και αφετέρου στον ευρύτερο bass ήχο. Ακούγοντας το Stinkerbell θα θυμηθείτε τους Massive Attack ή τον DJ Krush. Ο τρόπος που ο Billy One εκφέρει τους στίχους ενισχύει αυτή την ονειρική, στοιχειωμένη ατμόσφαιρα. Ένα hip hop διαμαντάκι, χαμένο στους τόνους της διαδικτυακής πληροφορίας.
 

Nitsua - The Sun Is Loud

 
Το τραγούδι που κλείνει την άτυπη συλλογή μας αποτελεί μια περίεργη περίπτωση. Ανήκει στον Zack Austin, το έργο του οποίου έχει επηρεαστεί έντονα από τον Nujabes και ευρύτερα από τον ιδιαίτερο σύμπαν της σύγχρονης γιαπωνέζικης electronica. O Αμερικάνος παραγωγός ηχογραφεί με το ψευδώνυμο Nitsua, δηλαδή το επίθετό του γραμμένο ανάποδα (ένα τέχνασμα όμοιο με αυτού του ψευδωνύμου του ίδιου του Nujabes), στη δική του δισκογραφική Vision Eternal. Φέτος προσέφερε σε δωρεάν downloading μέσω του Bandcamp μια συλλογή με ακυκλοφόρητες συνθέσεις του από τα τελευταία πέντε με έξι χρόνια. 

Εκεί συναντάμε το The Sun Is Loud, το οποίο στην ουσία αποτελεί μια διασκευή στο τραγούδι  Exit/Delete του Takagi Masakatsu, με τα φωνητικά του David Sylvian. Ο Nitsua κρατάει τα περισσότερα στοιχεία του original, προσθέτει ένα παλιομοδίτικο hip hop beat και τραγουδά ο ίδιος. Το αποτέλεσμα αυτού του πειραματισμού ακούγεται λες και οι Album Leaf συναντάν το underground hip hop των Ηνωμένων Πολιτειών. Το The Sun Is Loud διακρίνεται από εσωστρέφεια, ποίηση και αυτή τη χαρακτηριστική ζεστή, φωτεινή αίσθηση που συνοδεύει την έξοδο από ένα σκοτεινό τούνελ.



εικόνα: Sagaki Keita

21/12/14

Επιλεγμένο hip hop από το 2014 (1)

Όπως έχω ξαναγράψει, το hip hop είναι ένα από τα πιο εμπορικά χειραγωγημένα μουσικά είδη. Από τη δημιουργία του σχεδόν, εκεί στις αρχές των 80s, ξεκίνησε και η προσπάθεια ώστε αυτή η πηγαία  καλλιτεχνική έκφραση των αφροαμερικανών να στριμωχτεί μέσα στην ασφυκτική συσκευασία ενός εμπορικού προϊόντος στα μέτρα των μεγάλων δισκογραφικών.  Το τραγικό είναι πως, ως ένα μεγάλο βαθμό, τα οικονομικά συμφέροντα κατάφεραν να επιβληθούν, μετατρέποντάς τη hip hop μουσική σε μια σειρά παροδικών καταναλωτικών τάσεων, μια μόδα που ανά περίοδο και χρονιά επιστρατεύει κάθε μέσο και τέχνασμα, από γυμνά γυναικεία οπίσθια μέχρι δήθεν προχωρημένη καλλιτεχνική οπτική για να κρατηθεί με νύχια και με δόντια στο προσκήνιο, θυσιάζοντας στον βωμό της φήμης και της οικονομικής επιτυχίας κάθε αληθινά καλλιτεχνική σπίθα. 

Την κατάσταση ήρθε να σώσει το κίνημα του underground hip hop, το οποίο ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 80 αγωνίζεται να δώσει στο συγκεκριμένο μουσικό είδος μια κατεύθυνση πιο καλλιτεχνική, πιο γνήσια, πιο προοδευτική και τις περισσότερες φορές πολιτικά συνειδητοποιημένη. Για να το γράψουμε πιο απλά, το hip hop στα χέρια και στο στόμα του κάθε ατάλαντου MC μπορεί να εκπέσει σε έναν οπαδικό ύμνο νεοπλουτισμού και μισογυνισμού, ενώ στην περίπτωση ενός Talib Kweli ή ενός Mos Def να αναχθεί σε μια κριτική ανάλυση της πραγματικότητας, μια πολιτική καταγγελία, σε ένα έργο τέχνης. 

Μέσα στο 2014 κατάφερα να εντοπίσω κάποια αξιόλογα hip hop τραγούδια, έξι από τα οποία και θα παρουσιάσω παρακάτω, τραγούδια που – κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον – πληρούν τις προαναφερθείσες ποιοτικές προδιαγραφές. Τα τέσσερα από τα έξι ανήκουν στο γιαπωνέζικο jazzy hip hop, το οποίο κατά κύριο λόγο διαμόρφωσε ο μακαρίτης πλέον Nujabes, μέσα από τα την ανεξάρτητη δισκογραφική του εταιρεία HydeOut Recordings. Στον Nujabes είναι αφιερωμένη η μόλις 5η ανάρτηση αυτού εδώ του blog, δημοσιευμένη τον μακρινό Απρίλιο του 2011. Πιστεύω πως αυτή η ομάδα των Γιαπωνέζων καλλιτεχνών ανανεώνει τη hip hop μουσική, συνδυάζοντας με προσωπικό τρόπο τις αξίες της underground σκηνής με μια πιο intellectual και αρτίστικη άποψη. 


Nomak feat. Paulie Rhyme - Make A Change


 
Ο μυστηριώδης Γιαπωνέζος παραγωγός Nomak μετά από πλήρη απουσία σχεδόν τεσσάρων ετών επέστρεψε με ένα εξαιρετικό single, με το τραγούδι Make A Change, όπου συνεργάζεται με τον Αμερικάνο MC Paulie Rhyme. Ένα πνεύμα δυναμικό και αγωνιστικό εκφράζεται μέσα από τζαζίστικες μελωδικές γραμμές, κοφτά και στιβαρά beats και ένα ανεπαίσθητο στοιχείο από την γιαπωνέζικη παράδοση. Η ενορχήστρωση είναι πλούσια, ενώ η παραγωγή προσεγμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, τέλος το rapping του Paulie Rhyme αναδεικνύει όλη αυτή την ανησυχία για το παρόν κι ακόμα περισσότερο το μέλλον της ανθρωπότητας, αλλά και την πίστη στις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες. 


Ακούστε το Make A Change βλέποντας οπωσδήποτε το υπέροχο βίντεο που το συνοδεύει.
 

Yasiin Gaye - Inner Travellin' Man

  
Yasiin Bey είναι το νέο ψευδώνυμο του γνωστού και αγαπημένου Mos Def, μια καλλιτεχνική και όχι μόνο επιλογή, μέσα από την οποία ο σημαντικός MC θέλει να εκφράσει πιο συνειδητά την ισλαμική θρησκευτική και φιλοσοφική του στάση. Η αλλαγή του ονόματος συνέβη μέσα στο 2011 και από τότε ο κύριος Yasiin Bey μας έχει προσφέρει μερικά εξαιρετικά τραγούδια, αλλά και μια δυνατή ερμηνεία υποκριτικής, ως ένας πάλαι ποτέ εγκληματίας των γκέτο που μεταμορφώθηκε σε Καθολικό ιερέα, στον έκτο κύκλο της γνωστής τηλεοπτικής σειράς Dexter

Βέβαια, το όνομα του καλλιτέχνη του συγκεκριμένου άσματος είναι Yasiin Gaye. Κάτω από αυτό το παρατσούκλι, φιλοξενείται η προσπάθεια του παραγωγού Amerigo Gazaway να δημιουργήσει ένα ολόκληρο άλμπουμ στο οποίο να συνδυάζει, μέσα από την τεχνική του mash-up, τραγούδια του Mos Def/ Yasiin Bey με αυτά του Marvin Gaye. Το τελικά διπλό άλμπουμ αποτελεί μια ευρύτερη απόπειρα να έρθουν κοντά η κλασική 70s soul με το underground hip hop της τελευταίας εικοσαετίας, καθώς συχνά μπλέκονται και samples άλλων καλλιτεχνών και των δύο περιόδων της μαύρης μουσικής.  Ωστόσο, παρόλο που τόσο η φαντασία όσο και η τεχνική του Amerigo Gazaway είναι αδιαμφισβήτητες, το άλμπουμ στην ολότητά του γίνεται κάπως κουραστικό.  Αλλά ορισμένα μεμονωμένα κομμάτια είναι ως και ιδιοφυή, όπως το Inner Travellin Man, στο οποίο συνδυάζονται το Travellin’ Man του Mos Def με το Inner City Blues του Marvin Gaye. Μια νοερή βόλτα με δυο μεγάλους καλλιτέχνες, στη χειμωνιάτικη πόλη ανάμεσα σε κτίρια και δέντρα στο χρώμα της γης.

Η συνέχεια του άρθρου εδώ.

φωτογραφία: Jamel Shabazz, Not Standing Anytime 

15/12/14

29/11/14

Kalouv - Pluvero (2014, Sinewave)

Μια εισαγωγή στην… εισαγωγή

Σε αυτή την ανάρτηση θα βρείτε μια παρουσίαση του δεύτερου άλμπουμ του βραζιλιάνικου post-rock γκρουπ Kalouv, Pluvero, η οποία αρχικά παρουσιάστηκε στον διαδικτυακό τόπο Progrocks.gr, συνοδευόμενη από την άποψη του φίλου και συνακροατή Δημήτρη Καλτσά για την ίδια κυκλοφορία. Το εισαγωγικό κείμενο είναι επίσης δικό μου· σε αυτό εκθέτω  τις απόψεις μου για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το post-rock ιδίωμα εν έτει 2014, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται κυρίως από στασιμότητα και χρήζει επαναπροσδιορισμού. 


Χαίρομαι που σε ένα site που κυριαρχείται από ένα πνεύμα εκλεκτισμού και ομαδικότητας, καθώς σε αυτό προσφέρουν τα κείμενά τους αρκετοί άνθρωποι,  μπορώ κι εγώ να γράψω κείμενα σαν την εισαγωγή που θα διαβάσετε παρακάτω, η οποία διέπεται από ένα πιο αυστηρό κριτικό πνεύμα. Στο blog αποφεύγω να είμαι κατακριτικός, επειδή επιλέγω να παρουσιάσω κυκλοφορίες και καλλιτέχνες που μου αρέσουν ιδιαίτερα, συνεπώς δύσκολα εντοπίζω αδυναμίες και μειονεκτήματα, αλλά σε ένα site όπως το Progrocks.gr, όπου εκτίθενται και αλληλεπιδρούν ποικίλες και αξιόλογες απόψεις και θεωρήσεις, μια άποψη πιο… «τσεκουράτη» είναι νομίζω και πιο ταιριαστή:



Mέσα στο 2014 μερικές από τις αντικειμενικά καλύτερες post-rock μπάντες των τελευταίων ετών κυκλοφόρησαν νέα ολοκληρωμένα άλμπουμ. Κάποιες από αυτές έχω και προσωπικά ξεχωρίσει από τα πρώτα τους βήματα:  This Will Destroy You, Maybeshewill και Alcest (οι  τελευταίοι, χωρίς να ανήκουν ξεκάθαρα στο post rock, αξιοποιούν πολλά από τα στοιχεία του). Αλλά, κάθε φορά που κάνω την απόπειρα να ακούσω τις φρέσκες δουλειές και των τριών προαναφερθέντων, μένω με μία αίσθηση που συνοπτικά αποδίδεται με τη φράση: «μπορούν να τα καταφέρουν και καλύτερα…».

Δύσκολα λοιπόν θα αμφισβητεί κανείς πως τα τελευταία χρόνια το post-rock περνάει μία κρίση. Η πλειονότητα όσων εμπλέκονται σε αυτό, από τη μία πλευρά οι μουσικοί, οι παραγωγοί και οι κατά κύριο λόγο ανεξάρτητες δισκογραφικές, από την άλλη ακροατές και κριτικοί, διακρίνονται από εσωστρέφεια και στατικότητα. Λες κι έχουν κλειστεί στον δικό τους κόσμο, ταμπουρωμένοι πίσω από αφαιρετικές μα αδιάφορες μελωδίες, χιλιοειπωμένα μουσικά μοτίβα, δίσκους με στομφώδεις τίτλους και φωτογραφίες που βρίθουν από σύννεφα, καμινάδες κι αντένες. Βέβαια, για όσους ζητάνε το αρχικά εμβληματικό στο post-rock χαρακτηριστικό της ανανέωσης, ακόμα και της ανατροπής σε σχέση με το υπάρχον μουσικό τοπίο, οι λαμπρές εξαιρέσεις υπάρχουν. Αλλά, μέσα σε μια πλημμυρίδα καινούργιας μουσικής, η συνάντηση με ένα σχήμα που πραγματικά έχει κάτι αξιόλογο να δώσει καταλήγει συχνά να είναι τυχαία.

Κάπως έτσι πετύχαμε και τους Kalouv από τη Βραζιλία, οι οποίοι το 2011 κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, Sky Swimmer. Μέσα από τις καθιερωμένες δομές του post-rock, οι Βραζιλιάνοι επέδειξαν προσωπικότητα και ανανεωτικές τάσεις, στις καλύτερες στιγμές τους κατόρθωσαν να ανοίξουν νέους δρόμους, όπως στη σύνθεση Zefiro, η οποία χρωματίζεται ευρηματικά με ένα funk στοιχειό. Ωστόσο,  το τελικό αποτέλεσμα παρέμενε άνισο…

Mέσα στο 2014, οι Kalouv επέστρεψαν με ένα πιο ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό όραμα, το οποίο παρουσιάζουν στο νέο τους άλμπουμ Pluvero.





Φρέσκο, ειλικρινές και ουσιαστικό post rock

Στο δεύτερο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ με τίτλο Pluvero, οι Βραζιλιάνοι Kalouv φιλοδοξούν να παρουσιάσουν ορχηστρική post-rock μουσική που ξεφεύγει από τις πλέον στενές οριοθετήσεις του είδους και ακούγεται φρέσκια και ενδιαφέρουσα. Ως ένα μεγάλο βαθμό πετυχαίνουν τον σκοπό τους, καθώς η πηγαία τους έμπνευση μορφοποιείται με ευρηματικότητα, εγκεφαλικότητα και μεράκι.

Βέβαια υπολογίσιμη προϋπόθεση για μια τέτοια όσμωση αποτελεί η τεχνική κατάρτιση των μουσικών, οι οποίοι δεν αναλώνονται σε άνευ νοήματος επιδείξεις εντυπωσιασμού. Από τη μια πλευρά οι Kalouv ακολουθούν τις αρχές του post-rock για την πρωτοκαθεδρία της απλότητας και του μινιμαλισμού, από την άλλη όμως προικίζουν τη μουσική τους με τη συνθετότητα και το βάθος του progressive rock. Η επιρροή από τους Porcupine Tree αναμφισβήτητα κυριαρχεί, παράλληλα όμως διακρίνουμε και ιδέες που πρωτακούσαμε σε καλλιτέχνες όπως οι Pink Floyd ή ακόμα και οι Genesis, ενταγμένες βέβαια σε έναν ήχο προσωπικό και σύγχρονο.

Δίπλα στη δεσπόζουσα παρουσία του progressive rock, συναντάμε στοιχεία από contemporary classical, jazz ακόμα και latin. Και δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως αυτή πολύχρωμη παλέτα επιρροών αποδίδεται με δεξιοτεχνία και φαντασία από το πιάνο του Bruno Saraiva. Βέβαια και η συνεισφορά των υπόλοιπων μελών του γκρουπ δεν είναι καθόλου αμελητέα, ειδικά για τη σύλληψη και την απόδοση μεγαλόπνοων και πολυεπίπεδων συνθέσεων, όπως το Durango, όπου η ενορχήστρωση εμπλουτίζεται με τρομπέτα ή το Boa Sorte Santiago, το οποίο κλείνει με αινιγματικά και ονειρικά γυναικεία φωνητικά.

Γενικότερα, η  κατεύθυνση του νέου άλμπουμ των Kalouv είναι εσωστρεφής, ουσιαστική και ώριμη. Τα συναισθήματα έντασης και οργής δε λησμονιούνται, αντίθετα αποτυπώνονται δυναμικά, όπως για παράδειγμα στα κιθαριστικά ξεσπάσματα και των δύο μερών της σύνθεσης Algul Siento. Παράλληλα, μια σκοτεινή θεατρική ατμόσφαιρα ρίχνει συχνά τη σκιά της, ενώ το κλασικό στο post-rock ψυχολογικό μοτίβο της ανάτασης και της νοσταλγίας δίνει ισχυρό παρόν. Αλλά, μαζί με όλα τα παραπάνω, η μπάντα από τη Βραζιλία σκιαγραφεί κι ένα συναίσθημα λυρισμού και ήπιας αισιοδοξίας. Για παράδειγμα ακούστε το σύντομο ακουστικό Altro, που θυμίζει ένα ζεστό, ειλικρινές χαμόγελο χωρίς ίχνος, όχι μόνο θλίψης, αλλά και σαρκασμού.

Το ίδιο ειλικρινής άλλωστε είναι και η νοοτροπία του συγκροτήματος, κάτι που γίνεται εμφανές από το κείμενο που συνοδεύει την κυκλοφορία της νέας του δουλειάς. Εκεί εκφράζεται η επιθυμία ο ακροατής να ακούσει προσεκτικά ολόκληρο το άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος, όπως συνηθιζόταν πριν το σκηνικό της μουσικής αλλάξει ριζικά με την εισβολή του διαδικτύου. Βέβαια, οι ίδιοι οι Kalouv κυκλοφορούν τη μουσική τους αποκλειστικά μέσω του διαδικτύου και μάλιστα δωρεάν. Αυτή ακριβώς η φαινομενικά αντιφατική στάση, στην ουσία δείχνει τη νοοτροπία καλλιτεχνών που απλώνουν ένα χέρι αλήθειας και εμπιστοσύνης στους δέκτες του έργου τους.

Συνοψίζοντας, στο Pluvero oι Kalouv μπορεί να μην καταφέρνουν να αλλάξουν τον ρου της post-rock μουσικής, βάζουν το λιθαράκι τους στην εξέλιξη της. Άλλωστε είναι φανερό πως έχουν ακόμα περιθώρια για πρόοδο και ωρίμανση, συνεπώς πιστεύω πως το επόμενο άλμπουμ τους θα αποτελέσει ένα ενδιαφέρον και κρίσιμο βήμα.


Βαθμός: 7,5/10

Η εικόνα στην αρχή της ανάρτησης ανήκει στον tattoo artist Fernando Moraes, ο οποίος έχει επιμεληθεί και το artwork του Pluvero

31/10/14

Tuatara - Underworld (Sunyata Records, 2014)

  Soundtrack για μια εξωτική περιπέτεια

Οι Tuatara αποτελούν μία από τις μπάντες-διαμάντια της underground σκηνής των Ηνωμένων Πολιτειών. Δημιουργήθηκαν το 1994 στο Seattle, αρχικά ως project αποτελούμενο από μέλη ροκ συγκροτημάτων, με πιο επιφανή τον βασικό κιθαρίστα των R.E.M., Peter Buck και τον drummer των Screaming Trees, Barrett Martin. Από την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους Breaking The Ethers το ’97 ως και σήμερα έχουν χαράξει μια πορεία γεμάτη απρόσμενες στροφές και μεταμορφώσεις. Ενώ στα τρία πρώτα άλμπουμ παρουσίασαν ένα χαρμάνι από afro, latin, jazz και funk, στην τέταρτή τους δισκογραφική δουλειά, The Loading Program του 2003 συνεργάστηκαν με DJs, που ρεμίξαραν παλιότερες τους συνθέσεις. Ενώ, στα επόμενα δύο άλμπουμ τους, East Of The Sun και West Of The Moon, για πρώτη φορά άφησαν το καθαρά ορχηστρικό χαρακτήρα της μουσικής τους για χάρη εξομολογητικών folk τραγουδιών βασισμένων στην παράδοση των Η.Π.Α.

World μουσική, jazz, electronica, americana: οι Tuatara έχοντας καταπιαστεί επιτυχώς με ένα εύρος ειδών και στιλ, καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα δόντια της μουσικής βιομηχανίας και να παραμείνουν μια παρέα ευφάνταστων μουσικών, που ελίσσεται (να σημειώσουμε πως Tuatara είναι ένα είδος ερπετού), πειραματίζεται, απλούστατα κάνει το κέφι της.  Στο τελευταίο  τους  άλμπουμ , που τιτλοφορείται Underworld, ο υπόγειος και μυστήριος κόσμος της παρέας των Tuatara έχει εμπλουτιστεί με μουσικούς διόλου τυχαίους: τον μπασίστα των Gnarls Barkley Cedric LeMoyne, αλλά και  τον  Mike McGready, βασικό κιθαρίστα και ιδρυτικό μέλος των Pearl Jam.

Όσο αφορά το μουσικό ύφος του νέου άλμπουμ, η μπάντα από το Seattle επιστρέφει στο στιλ των πρώτων της κυκλοφοριών, κάτι που ο ενημερωμένος ακροατής ψυλλιάζεται ακούγοντας τα πρώτα δευτερόλεπτα του εισαγωγικού Calling The Spirits, το οποίο ξεκινά σχεδόν πανομοιότυπα με το εναρκτήριο κομμάτι του ντεμπούτου του 1997.

Πιο συγκεκριμένα, στο Underworld, οι Tuatara  μέσα από είκοσι περιεκτικές συνθέσεις με μέσο όρο διάρκειας τα τρία λεπτά ξεδιπλώνουν ένα εκλεκτικό μίγμα από ποικίλα είδη με διαφορετικές πολιτισμικές και ψυχολογικές συνδηλώσεις. Κυρίαρχο στοιχείο η αφρικάνικη μουσική, που κάποιες φορές ανοίγεται στην αιθιοπική τζαζ του Mulatu Astatke (The Spider Pimp), ενώ κάποιες άλλες στο νιγηριανό afrobeat του Fela Kuti (Gremlin Chaingang). Από την άλλη έχουμε πιο jazzy κομμάτια, που συνδυάζουν το be bop και το funk με μια νουάρ αισθητική (Streetwalkin) ή ακόμα και λυρικές συνθέσεις καθαρά κινηματογραφικής μουσικής (Enchantment), χωρίς να λείπουν τα ανοίγματα στο blues (At The Crossroads), στο latin (El Brujo), ακόμα και σε ανατολίτικες κλίμακες (Bass Beat Blues).

Ο συνδετικός κρίκος όλων αυτών των φαινομενικά αντιφατικών περιπλανήσεων είναι η κινηματογραφική ατμόσφαιρα, λες και η μπάντα από κομμάτι σε κομμάτι περιφέρει τον πρωταγωνιστή ενός περιπετειώδους φιλμ σε διάφορα μέρη του κόσμου: από τις άγριες και σκοτεινές αφρικάνικες ζούγκλες στα όχι λιγότερο άγρια και κακόφημα σοκάκια των αχανών μεγαλουπόλεων. Κι όπως οι σκηνές μιας πραγματικά σπουδαίας ταινίας παίζουν με τα συναισθήματα του θεατή, έτσι και τα μουσικά επεισόδια του Underworld, αν και καθαρά ορχηστρικά, ρίχνουν τον ακροατή από τον εξωτισμό στον μυστικισμό και από το χιούμορ στη συγκίνηση.

Παράλληλα με την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα ή καλύτερα, συμπληρωματικά με αυτά, οι συνθέσεις περιέχουν υπέροχες μελωδίες, προσεγμένες ενορχηστρώσεις, που αποτελούνται από κιθάρες, πνευστά (σε πρώτο ρόλο το σαξόφωνο του τρελού αυτοσχεδιαστή Skerik) και πολλά κρουστά, αλλά και ένα υψηλό επίπεδο τεχνικής. Με αυτά τα πλεονεκτήματα, οι Tuatara καταφέρνουν να ξεπεράσουν τον πιο πιθανό σκόπελο που ελλοχεύει σε ένα άλμπουμ όπως το τελευταίο τους: να χαθεί μέσα στην πληθωρικότητα των ειδών και των επιρροών η ταυτότητα του προσωπικού τους ήχου. Αντίθετα, το συγκρότημα διαφυλάσσει το ιδιαίτερο ύφος του, το οποίο άλλωστε καλλιεργεί εδώ και είκοσι χρόνια.

Αλλά, το κατά τ’ άλλα σφιχτοδεμένο και αυτοτελές άλμπουμ που παρουσιάζουν οι Αμερικάνοι έχει δύο μειονεκτήματα. Πρώτον,  μπορεί μεν οι πολλές και μικρές σε διάρκεια συνθέσεις να προσδίδουν κάτι το φρέσκο και το απρόσμενο, αλλά ως ένα βαθμό διασπάνε τη συνεκτικότητα της όλης κυκλοφορίας και, όσο προχωρά το άλμπουμ, πιθανόν να κουράσουν κάπως τον ακροατή. Έπειτα, σε αυτή την άποψη που προβάλλει το γκρουπ, η οποία είναι τόσο underground όσο και κινηματογραφική, ίσως θα ταίριαζε μια παραγωγή λιγότερο «γυαλισμένη», κάπως πιο θολή, σκοτεινή, ακόμη και lo-fi.

Βέβαια, η τελική εντύπωση που αφήνει το Underworld είναι αδιαμφισβήτητα θετική. Οι Tuatara στο έβδομο άλμπουμ τους ακούγονται φρέσκοι, κεφάτοι και εμπνευσμένοι, προσφέροντας μουσική που σε κάνει να χορέψεις, να ταξιδέψεις, να δραπετεύσεις και να σκεφτείς.


βαθμός: 8/10

Η παραπάνω δισκοκριτική αρχικά παρουσιάστηκε στην ιστοσελίδα Progrocks.gr, παρέα με μια ακόμη γνώμη για το άλμπουμ από τον Δημήτρη Αναστασιάδη, που αξίζει να διαβάσετε.

23/10/14

Η τέχνη του DJ: προβληματισμοί και προοπτικές


Κάθε φορά που σκέφτομαι σχετικά με το DJing, στο νου μου παρουσιάζονται αντιθέσεις ή ακόμα και αντιφάσεις, οι περισσότερες προβληματικές. Και νομίζω ότι αρκετοί άνθρωποι προβληματίζονται με παρόμοιο τρόπο, καθώς τελευταία στο διαδίκτυο πετυχαίνω αναρτήσεις και κείμενα αφιερωμένα στο συγκεκριμένο θέμα, η πλειονότητα των οποίων δεν αφορά τεχνικά θέματα, αλλά διατύπωση απόψεων. Με κάποιες από αυτές συμφωνώ, σπανιότερα μου διδάσκουν κάτι, αλλά κάποιες άλλες με βρίσκουν αντίθετο ακόμα και με θυμώνουν. Αλλά, και αυτό το παιχνίδι συμφωνίας και διαφωνίας ανάμεσα σε όσους ασχολούνται ή σχετίζονται με το «άθλημα» αποτελεί ένα από τα πολλά αντιθετικά δίπολα που χαρακτηρίζουν την τέχνη του DJ σήμερα. 

Μια από τις δεσπόζουσες αντιθέσεις είναι αυτή ανάμεσα στον DJ που έχει μια πιο καλλιτεχνική άποψη και σε εκείνον του οποίου η νοοτροπία είναι πιο εμπορική. Χωρίς να θέλω να γίνω απόλυτος, τις περισσότερες φορές ο πρώτος δείχνει μια προτίμηση προς το βινύλιο, έχει περισσότερες μουσικές γνώσεις και στηρίζει ένα μεγάλο μέρος της φήμης και της αξίας του του στο διαδίκτυο. Αναρτά τα sets του σε ιστοσελίδες όπως το Soundcloud και το Mixcloud και επικοινωνεί μέσω των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης με τους ακροατές του, οι οποίοι πολύ συχνά είναι επίσης γνώστες της μουσικής που παρουσιάζει και μπορούν να εκτιμήσουν την ιδιαίτερη ποιότητά της και τον anti-mainstream χαρακτήρα της. 


Από την άλλη ο «εμπορικός DJ» αξιοποιεί τις ψηφιακές μεθόδους πιο απενεχοποιημένα, ενώ απροβλημάτιστα εντάσσει στο πρόγραμμά του νέες mainstream επιτυχίες, ώστε να ικανοποιήσει τους πελάτες του μαγαζιού στο οποίο παίζει, άνθρωποι που πρώτον παρουσιάζουν μια ποικιλία μουσικών προτιμήσεων και δεύτερον κατά πάσα πιθανότητα δεν ασχολούνται τόσο έντονα με τη μουσική. Εδώ να σημειώσω, πως στην κατηγορία του εμπορικού DJ δεν εντάσσω όσους, χωρίς καμία γνώση και αγάπη για τη μουσική, παίζουν αποκλειστικά τα περιστασιακά hits της εποχής  και μοιραία η σχέση τους με το DJing κλείνει κάπου εκεί τον κύκλο της. Ουσιαστικά, αυτοί δεν με απασχολούν σε αυτό εδώ το άρθρο. 


Όσο αναφορά, λοιπόν, το δίπολο «καλλιτέχνης vs. εμπορικός DJ» καταλήγω στο ότι ο καθένας μπορεί να διδαχτεί πολύτιμα μαθήματα από τον άλλο. Για παράδειγμα, ο καλλιτέχνης DJ θα πρέπει να αποφεύγει τον στείρο ελιτισμό κι ακόμα περισσότερο να δίνει υπερβολική αξία σε κάποια κομμάτια, των οποίων η λάμψη έχει αναπόφευκτα ξεθωριάσει ή, όπως και να το κάνουμε, ενδιαφέρουν κατά κύριο λόγο τους κριτικούς και ιστορικούς της μουσικής. Αυτό χαρακτηριστικά συμβαίνει σε τραγούδια του disco ιδιώματος ή , τελευταία, του ελληνικού ποπ των 60s ή και σε αντίστοιχα παλιά τραγούδια χωρών των Βαλκανίων, της Ασίας και της Αφρικής. Επίσης, ο καλλιτέχνης DJ από τον πιο εμπορικό μπορεί να διδαχτεί τη ζωντανή επικοινωνία και αλληλοεπίδραση με τον κοινό. Από την άλλη πλευρά, ο εμπορικός DJ θα μπορούσε να ανεβάσει τον ποιοτικό πήχη της μουσικής που επιλέγει, καθώς, όπως θα δούμε, η δουλειά του έχει και μια λειτουργία παιδευτική. 


Επόμενο είναι το νήμα της σκέψης να φτάσει στο μέγα δίλλημα: βινύλιο ή ψηφιακά μέσα; Πρώτα απ’ όλα, ας αναφέρω, πως όχι μόνο για μένα, αλλά και για πολλούς άλλους, το βινύλιο έχει μια γοητεία ακαταμάχητη. Σκεφτείτε μονάχα τη χαρακτηριστική μυρωδιά που κυριαρχεί μέσα σε ένα δισκάδικο, μια μυρωδιά που υπόσχεται ακροάσεις, συναισθήματα και συζητήσεις, κοντολογίς μουσικές περιπέτειες γεμάτες ενδιαφέρον.  Συνεπώς και ο DJ που παίζει με δίσκους αξίζει τον σεβασμό. Ωστόσο, το βινύλιο μπορεί να έχει άποψη, αλλά όχι πρακτικότητα. Αντιθέτως, τα ψηφιακά μέσα είναι πιο εύκολα, πρακτικά και βέβαια πιο οικονομικά. Μόνο και μόνο ο χώρος που καταλαμβάνει ο εξοπλισμός του βινυλιακού DJing, με τους μίκτες και τα πικ-απ, είναι πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που πιάνει ένας  υπολογιστής και ένα controller… Μερικές φορές αξίζει να φέρνουμε στο νου μας τέτοιες εικόνες, που έχουν μια αξία σημειωτική. 


Εντέλει, ο πραγματικά καλός DJ δεν κρίνεται τόσο από τα μέσα που χρησιμοποιεί στη δουλειά του. Για παράδειγμα, πόσο βαρετό ακούγεται ένα set μονότονου και προβλέψιμου house ή techno, ακόμα κι αν είναι φτιαγμένο από τέλεια μιξαρισμένα βινύλια; Βέβαια οι DJs  καλό είναι να μην επαφίενται στις ευκολίες των ψηφιακών μέσων, αλλά να διδάσκονται από τον τεχνική και τη μαστοριά όσων επιμένουν στο βινύλιο. Συμπληρωματικά, να σημειώσω ότι δεν κάνω λόγο για τα cd, επειδή με βάση τη σχετικά μικρή μου εμπειρία, θεωρώ πως η αίσθηση που αφήνουν, αλλά και η τεχνική που χρειάζονται δεν απέχουν πολύ από το ψηφιακό DJing. Τέλος, για τα «timestamped vinyls», θεωρώ πως είναι μια καλή λύση, που συμβιβάζει τις πατροπαράδοτες μεθόδους με την τεχνολογική εξέλιξη. 


Αλλά, τελικά ποιόν μπορούμε να θεωρήσουμε έναν πραγματικά καλό DJ; Πιστεύω πως η αξία του έγκειται στην επαφή που έχει με το κοινό του, κατά πόσο μπορεί να το ψυχαγωγήσει με ουσία και ποιότητα· να το κάνει να χορέψει ξέφρενα, να οδηγήσει την προσοχή του στη μουσική, ακόμα και να συνοδέψει ωραίες, ξεκούραστες στιγμές του. Οι DJs που έχουν μείνει στην ιστορία είναι αυτοί που προσέφεραν στους ακροατές τους εμπειρίες έντονες και ξεχωριστές, μια ψυχαγωγία τόσο δυνατή που θα θυμούνται για όλη τους τη ζωή. Βέβαια, για να επιτευχθεί ένα τέτοιο υψηλό επίπεδο και μουσικές γνώσεις χρειάζονται και βέβαια η καλή τεχνική είναι σχεδόν απαραίτητη.


Ωστόσο, όσο αναφορά την τεχνική, πιστεύω πως ένας πολύ αξιόλογος επιλογέας (selector) μουσικής, ακόμα και αν αλλάζει τα κομμάτια χωρίς καμία μίξη, μπορεί να πετύχει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, οπωσδήποτε αξίζουν τον θαυμασμό μας οι «βιρτουόζοι» DJs, οι οποίοι επιδίδονται σε τεχνικές όπως το scratching και το ταυτόχρονο παίξιμο δύο δίσκων. Για να γίνω πιο σαφής, σε αυτό εδώ το παλιό βίντεο μπορείτε να θαυμάσετε την ιδιοφυία που ακούει στο όνομα Grandmaster Flash κι έπειτα ας αφεθείτε στο ψυχεδελικό και ιδιαίτερο live mix του DJ Harvey, στο οποίο εναλλάσσει τα κομμάτια αμιξάριστα. 



Συμπερασματικά, για την αξιολόγηση ενός DJ προκρίνονται ως αναγκαία δύο στοιχεία. Πρώτα, να έχει αντίληψη του κοινού, να παρατηρεί τις κινήσεις και το βλέμμα των ανθρώπων τους οποίους έχει κληθεί να διασκεδάσει, να διαθέτει φαντασία και ενσυναίσθηση, ώστε να κατανοήσει τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους, χωρίς βέβαια να ξεπέσει σε ένα αγοραίο γούστο. Το δεύτερο στοιχείο είναι  ακριβώς η καλλιέργεια ενός εκλεκτικού γούστου, το οποίο αποτελεί απότοκο μια βαθιάς και ουσιαστικής σχέσης με τη μουσική. Ο DJ θα πρέπει να γίνει μουσικός παιδαγωγός του κοινού του, να το φέρνει σε επαφή με φρέσκα ακούσματα, να ανασύρει από το παρελθόν κομμάτια λησμονημένα αλλά αξιόλογα, να συνδυάζει με τρόπο απρόοπτο, ευρηματικό και ειρωνικό το underground με το mainstream· όχι μόνο να ευχαριστεί τα αυτιά των ακροατών του, αλλά να κάνει πιο βαθιά  και ουσιαστική τη σχέση τους με τη μουσική. Πιο απλά, να συμβάλει στην καλλιέργεια ενός  πιο εκλεκτικού γούστου όσων τον ακούνε. 

Αλλά δυστυχώς μια τέτοια βούληση και νοοτροπία, που θα χαρακτηρίζαμε λίγο πιο φιλοσοφημένες και καλλιτεχνικές στις μέρες μας, τουλάχιστον στην Ελλάδα, σπάνια επικρατούν. Αντίθετα, πολλοί και ποικίλοι παράγοντες επιβάλλουν ένα διαφορετικό κλίμα. Ένα πρώτο μερίδιο ευθύνης έχουν οι ιδιοκτήτες των μαγαζιών, πολλοί από τους οποίος όχι μόνο έχουν ελάχιστη σχέση με τη μουσική, αλλά χειραγωγούν και λογοκρίνουν τον DJ. Συχνά η πιεστική συμπεριφορά τους συνοδεύεται από μια πολύ μικρή αμοιβή. Παράλληλα, πολλές φορές οι χώροι στου οποίους καλείται ένας DJ να παίξει δεν διακρίνονται από καλό επίπεδο όσο αναφορά το ηχητικό σύστημα και την ακουστική.  Προφανώς δεν υποστηρίζω πως όλοι οι ιδιοκτήτες έχουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ούτε πως όλοι οι χώροι των μαγαζιών είναι ακατάλληλοι. Υπάρχουν ιδιοκτήτες που αφήνουν τον DJ ελεύθερο να παρουσιάσει τη δουλειά του, ακόμα περισσότερο προωθούν αυτή την ελευθερία, αλλά και χώροι ποιοτικοί και προσεγμένοι από κάθε άποψη, αλλά δυστυχώς αυτές οι καταστάσεις δεν είναι ο κανόνας. 


Εξίσου μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την πτώση της ποιότητας του DJing έχουν και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της όλης ιστορίας. Πολύ συχνά, στη λογική μιας ισοπεδωτικής κερδοσκοπίας, ο DJ μεταμορφώνεται σε μια περσόνα, μια φιγούρα της νυχτερινής ζωής της πόλης, που προωθεί περισσότερο τις δημόσιες σχέσεις και ένα μοδάτο στιλ, παρά την κατεξοχήν δουλειά του, που δεν είναι άλλη από το να παίζει μουσική. Την ίδια στιγμή, οι ευκαιριακοί DJs αυξάνονται ολοένα, καθώς ο καθένας μπορεί να έχει φορτωμένο στο laptop του ένα πρόγραμμα μιξαρίσματος, μερικές χιλιάδες mp3s και αν διαθέσει και λίγα χρήματα, ένα ωραιότατο  controller. Φυσικά, δεν ανήκω στους υποστηρικτές του άλλου άκρου, οι οποίοι θεωρούν πως μόνο οι παλιοί DJs, με εμπειρία ακόμα και ιστορία, έχουν και το δικαίωμα να ασχολούνται . Είναι αναμφίβολα πιο σημαντικό νέοι άνθρωποι να ριχτούν στον αγώνα, μονάχα έτσι θα προκύψουν και τα μεγάλα ταλέντα του σήμερα και του αύριο. Αλλά όσοι μπαίνουν στον χώρο χωρίς πάθος, ειλικρίνεια και επιμονή, ας παραμερίσουν. 


Τέλος, σε όλη αυτή την αρνητική κατάσταση συνδράμουν και οι δέκτες, δηλαδή το κοινό. Έχω σχηματίσει την εντύπωση πως στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, το επίπεδο των φίλων της μουσικής, ειδικά όσων αρέσκονται σε μια DJ κουλτούρα, έχει κάπως πέσει. Από τη μία έχουμε την κυριαρχία ενός γούστου ρηχού και ξεπερασμένου, αποτέλεσμα της κενής μόδας και του μιμητισμού, μια έλλειψη αισθητικής που εμποδίζει την άνθιση της καλής μουσικής. Κάποιοι θα σχολίαζαν πως αυτή η ατμόσφαιρα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, επικρατεί σε πιο μικρές πόλεις, αλλά παρατηρώντας εικόνες και καταστάσεις , συμπεραίνω πως υπάρχει και μάλιστα κατά κόρον τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, διακρίνω μια υπερβολική τάση για έναν δήθεν προοδευτισμό, ένα δήθεν προχωρημένο γούστο, ντύσιμο, στυλ και συμπεριφορά, που έχει τις ρίζες του στην ανούσια ξενομανία του διαδικτύου. Συγκρίνοντας, λοιπόν, αυτές τις δύο φαινομενικά αντίπαλες νοοτροπίες, βλέπω πως ο «κάγκουρας» και ο «hipster» βρίσκονται πιο κοντά απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς… 


Επόμενο λοιπόν είναι πολλές φορές να προβάλλονται ανάξιοι DJs, ενώ κάποιοι άλλοι που είναι πραγματικά αξιόλογοι, να συναντούν μεγάλες δυσκολίες. Σίγουρα μια βαθύτερη αιτία για αυτό αποτελεί  η ίδια η κουλτούρα του DJing και της χορευτικής μουσικής, κουλτούρα η οποία τουλάχιστον στη χώρα μας συνοδεύεται από θεμελιώδη προβλήματα. Επίσης σε αυτή την απαξίωση του DJing συντελεί και η οικονομική κρίση, που έχει τραυματίσει βαριά τον πολιτισμό, την τέχνη και τη μουσική. Όμως, η οικονομική κρίση μπορεί να σταθεί η αφορμή να προσεγγίσουμε με ένα πιο ειλικρινή, πιο δυναμικό και εν τέλει ριζοσπαστικό τρόπο πολλά ζητήματα, ανάμεσα σε αυτά και το συγκεκριμένο.
 

Όσο για τον DJ, νομίζω πως δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψει την αγάπη του για τη μουσική, να παραμείνει ανήσυχος και να διαπλάθει την τέχνη του με μεράκι, θετικότητα, εργατικότητα και φαντασία.

εικόνα τίτλου: Sharon Hodgson, Subrosa DJ

16/10/14

guest 14/ Giannis Tzontzos: Music Takes You [mix]


Που μπορεί να σε πάει η μουσική; Μια απάντηση προτείνει ο Γιάννης Τζόντζος με το mix Music Takes You που επιμελήθηκε εξ’ ολοκλήρου με βινύλια. Ένα απρόσμενο ταξίδι που ξεκινά στη σκιά μιας παραθαλάσσιας φοινικιάς, συνεχίζει στο μεταμεσονύκτιο dancefloor μιας ψυχεδελικής disco και καταλήγει στην άκρη του διαστήματος…

Balearic ατμόσφαιρα, funky ρυθμός και υπερβατική kraut electronica σε ένα από τα καλύτερα guests για το blog Music On Air.


          
tracklist                                                                                                       download
01. Captain Sunshine & The Valley People - Enter The Valley
02. Max Essa - Destination You
03. Roisin Murphy - Ancora Ancora Ancora (Severino & Nico De Ceglia Remix)  
04. Georg Levin - Runaway (Long Version)
05. Steve Mason - Come To Me (Greg Wilson & Derek Kaye Remix)
06. Bohannon - unknown edit
07. Idjut Boys – Music Take You (Mangiami Edits 003)
08. Blase – Breathing Made Easy 
09. Project E – Miramola 
10. Sombrero Galaxy – Journey To The Centre Of The Sun
11.  Montezumas Rache – Wu Du Wu
12.  Carbon Chic – Deep Affection
13.  New York Endless - A Consultant's Agreement

9/10/14

Πέρα από τον χορό

Τρεις αναφορές σε καλλιτέχνες που διεύρυναν τα όρια
της χορευτικής μουσικής
  
Το 1972 ο Timothy Leary συνεργάστηκε με τους Ash Ra Tempel, το γκρουπ του κιθαρίστα  Manuel Göttsching, στο άλμπουμ Seven Up. Στην πρώτη από τις δύο μεγάλες συνθέσεις του άλμπουμ, με τίτλο Space, η μπάντα ή καλύτερα κολλεκτίβα, μέσα στο ψυχεδελικό της trip, εντάσσει στοιχεία αρχικά από blues και στη συνέχεια από rock n roll. Έτσι, συνδυάζοντας τον θαυμασμό με τον σαρκασμό και την υπέρβαση, οι Ash Ra Tempel παρουσιάζουν τη δική τους εκδοχή για την πιο δημοφιλή κατεύθυνση της χορευτικής μουσικής στα 50s και στα 60s.


Την ίδια περίπου περίοδο με την κυκλοφορία του Seven Up, ο DJ David Mancuso ξεκινούσε τα θρυλικά του Loft Parties, επηρεασμένος από τις διδαχές του Timothy Leary, του οποίου είχε υπάρξει μαθητής και οπαδός. Ο Mancuso ονόμαζε αυτές τις ιδιαίτερες μαζώξεις που ξεκίνησαν από το διαμέρισμα του στη Νέα Υόρκη κι έπειτα επηρέασαν καθοριστικά τη disco κι ολόκληρη τη χορευτική μουσική,  Love Saves The Day, παίζοντας ένα παιχνίδι ανάλογο με εκείνο των Beatles στον τίτλο του Lucy In The Sky With Diamonds...

Η άποψή του για τον χορευτικο ήχο είναι ακόμα και για τα  σημερινά δεδομένα πρωτοποριακή, αρκεί κανείς να αναλογιστεί πως αργά τη νύχτα, μπορεί να παίξει έναν δίσκο σαν αυτόν:


Το 2006, ο Manuel Göttsching συνάντησε  τον σημαντικό house παραγωγό Joaquin Joe Claussell. Οι δυο καλλιτέχνες σε ένα EP παρουσίασαν διασκευές τριών συνθέσεων των Ashra, της μπάντας δηλαδή που διαδέχτηκε τους Ash Ra Tempel. Η εναρκτήρια διασκευή στο Deep Distance του '76, η οποία τιτλοφορείται Deeper Distance και κρατάει πάνω από είκοσι λεπτά, θαρρείς και συνοψίζει τα οράματα ανθρώπων που με τις εμπνεύσεις του άνοιξαν τους ορίζοντες της χορευτικής μουσικής.


Πηγή εικόνας

5/10/14

Quixotic dancing

Ένα μουσικό mix που έγινε αυθόρμητα, με επιλογές από funk, electronica και disco, οι οποίες  παίζουν συχνότατα στα DJ sets μου.  Οι αυστηροί κανόνες του beatmatching και της τέλειας μίξης δεν ακολουθούνται πάντα, περισσότερο κυριαρχεί μια δονκιχωτική φαντασίωση για ξέφρενες νύχτες χορού…

Ένα δώρο για τους αναγνώστες του blog και τους ακροατές της ραδιοφωνικής μου εκπομπής:

 

LISTEN


Η εικόνα του Δον Κιχώτη είναι του Svetlin Vassilev, εικονογράφου από τη Βουλγαρία που ζει στην Ελλάδα. Περισσότερες εικόνες από την εικονογράφηση του για μια παιδική διασκευή του κλασικού αριστουργήματος του Θερβάντες  εδώ.