8/5/17

Aton.ality - I (2017, self released)




Αν η παγκοσμιοποίηση της αγοράς έχει κατά κύριο λόγο αρνητικές συνέπειες στη ζωή μας, η παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει. Και, για να πάμε από το γενικό στο συγκεκριμένο, ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι σε μια μικρή πόλη στην άκρη του κόσμου, συναντάμε μια μπάντα η οποία φέρνει έναν φρέσκο αέρα στο ταλαιπωρημένο post rock ιδίωμα, αλλά και ευρύτερα στο ορχηστρικό ροκ; Ο λόγος για τους Aton.ality από τον Βόλο που κυκλοφόρησαν το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ πριν λίγο καιρό. 

Βέβαια, στον Βόλο, ειδικότερα κατά τη δεκαετία του '90 δραστηριοποιηθήκαν αρκετά ενδιαφέροντα ροκ συγκροτήματα και οι αιτίες για αυτή την άνθιση ήταν αρκετές: από τη μακρά παράδοση της πόλης στο χώρο της κουλτούρας ως την επιστροφή του ροκ κατά τη δεκαετία του '90, φαινόμενο όχι φυσικά μόνο ελληνικό, αλλά και παγκόσμιο. Οι Aton.ality ανήκουν στον μικρό αριθμό των νέων Βολιωτών καλλιτεχνών, δεν κληρονομούν μονάχα το κλίμα των ένδοξων 90s, αλλά εξελίσσουν και το όλο σκηνικό.


Το πρώτο τους άλμπουμ, με τον λιτό τίτλο Ι, αποτελείται από έξι ορχηστρικές συνθέσεις που ακούγονται ξανά και ξανά. Το πιο αξιόλογο χαρακτηριστικό του συγκροτήματος είναι ότι κατορθώνουν να παντρέψουν ποικίλα μουσικά στιλ δομώντας ένα σύνολο χωρίς παραφωνίες, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια κεφάτη αίσθηση τζαμαρίσματος και από μια μεσογειακή φωτεινή ατμόσφαιρα. Οι ίδιοι οι Aton.ality συστήνονται στο κοινό ως μία μπάντα που δημιουργήθηκε σε μία παραθαλάσσια ταράτσα κι αυτή ακριβώς η εικόνα αναδεικνύεται μέσα από τη μουσική τους. 

Το κάθε κομμάτι του άλμπουμ χρειάζεται ξεχωριστή παρουσίαση, καθώς έχει το δικό του χαρακτήρα. Πράγματι, είχα χρόνια να παρουσιάσω έναν δίσκο track by track, οπότε θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν περιεκτικότερος.


Οι συμπατριώτες μας ξεκινούν δυναμικά και αισιόδοξα με το funk rock του 56 Turkeys, που παράλληλα κλίνει και προς progressive rock φόρμες. Ήδη αντιλαμβανόμαστε τόσο τις τεχνικές ικανότητες των μουσικών, όσο και την τάση τους προς τα αειθαλή 60s και 70s. Στο επόμενο κομμάτι, με τίτλο Refill, η γεύση από την κλασική περίοδο του ροκ είναι εντονότερη, καθώς κυριαρχεί ένα έξυπνο riff που φέρνει στο νου Hendrix και Cream, με τα blues στοιχεία να προσδίδουν αλητεία, νοσταλγία και μελωδικότητα. Ξαφνικά, το σκηνικό βυθίζεται στο ημίφως, καθώς το Chatty Chaf  ξεκινά ήρεμα, με ένα ψυχεδελικό folk χρώμα. Ωστόσο, το ηλεκτρικό ξέσπασμα έρχεται σύντομα, το οποίο μου θύμισε σύγχρονες μπάντες αφαιρετικού, προχωρημένου και την ίδια στιγμή παλιομοδίτικου ροκ, όπως οι πολύ καλοί Time Is A Mountain (αξίζει να ακούσετε το πρώτο τους άλμπουμ).


Η σύνθεση που ακολουθεί, με τίτλο Raft In The Ocean, πιθανότατα αποτελεί την αγαπημένη μου από την όλη δουλειά των Aton.ality, καθώς εδώ διατηρούν μόνο τα ουσιώδη στοιχεία του post rock, αποφεύγοντας τα χιλιοπαιγμένα κλισέ. Οι μινιμαλιστικές κιθαριστικές μελωδίες των Explosions in The Sky συνυφαίνονται με prog rock εγκεφαλικότητα και δυναμικό groove. Το συναίσθημα νοσταλγικό μεν, αλλά καθόλου απαισιόδοξο. 

Στο επόμενο track, με τον κατατοπιστικό τίτλο Raggamufin Mix, επιστρέφουμε σε χαλαρά καλοκαιριάτικα σκηνικά, με τις reggae επιρροές να εισβάλουν έντονα. Κι εδώ όμως οι Aton.ality δεν επαναπαύονται, καθώς εντελώς φυσικά και -θα λέγαμε- αυτοσχεδιαστικά καταλήγουν σε μία μεγαλοπρεπή psych rock μπαλάντα.  Ο επίλογος έρχεται με το Off, στο οποίο η υφέρπουσα σε όλο το άλμπουμ τζαζ αναφορά βγαίνει στην επιφάνεια, καταλήγοντας σε ένα παιχνιδιάρικο τζαμάρισμα. Η σύνθεση κλείνει με ένα φοβερό sample, όπου η μπάντα δικαιολογεί την απόφασή της να μην εμπλέξει τους στίχους στη μουσική της, κάνοντας παράλληλα ένα σατιρικό πολιτισμικό και πολιτικό σχόλιο. 


Πριν κάποια χρόνια είχα παρακολουθήσει μία ζωντανή εμφάνιση των Aton.ality στον Βόλο και μου άρεσαν πολύ, αλλά στο στούντιο καταφέρνουν να ακουστούν πιο ολοκληρωμένοι, χωρίς να προδίδουν τη live αίσθηση. Μου φαίνεται πάρα πολύ αξιόλογο ότι επιλέγουν να προσφέρουν δωρεάν τη μουσική τους, σε ψηφιακή μορφή. Ωστόσο, ομολογώ πως θα έδινα χρήματα για να αγοράσω το άλμπουμ τους σε μία πιο χειροπιαστό format, ακόμα και σε βινύλιο... γιατί όχι; 

Ο Βόλος χρειάζεται καλλιτέχνες σαν τους Aton.ality, οι οποίοι μας ξεκαθαρίζουν ότι ζούμε σε μία πόλη με πλούσια πολιτιστική παράδοση και αναμφίβολη ροκ σφραγίδα.

29/4/17

37°C – Sidarta (2017, Discom)

Ασυμβίβαστα καλλιτεχνικό prog rock από την πρώην Γιουγκοσλαβία

Οι 37°C αποτελούνται από μία ομάδα εξαιρετικών μουσικών, οι οποίοι συνεργάστηκαν στο Βελιγράδι κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με επικεφαλής τον κιμπορντίστα Zdenko Radeta. Το έργο της μπάντας είναι περιορισμένο σε διάρκεια, πέντε συνθέσεις οι οποίες δεν ξεπερνούν τα 45 λεπτά, και έρχεται πρώτη φορά στο φως σε μια προσεγμένη βινυλιακή κυκλοφορία από τη σερβική ανεξάρτητη δισκογραφική Discom.

Περισσότερα στο Progrocks.gr

7/3/17

Paranoise guest mix

Το ambient και εσωστρεφές guest mix που ετοίμασα για το Paranoise Radio. Όμως, ακούγοντάς το, πιθανότατα θα καταλήξετε σε χαλαρές χορευτικές κινήσεις...

This is my introverted ambient guest mix for Paranoise Radio. Nevertheless, in the end you'll probably make slight dance moves...




Tracklist

Prins Thomas – D (Dungen Remix)
Troels Hammer - Trans-For-Mation
Roberto Musci - Nexus On The Beach
Atlanter - Merula (Prins Thomas Mix)
Islandman – Agit
Fontän – Sen Sen No Sen
Vasili – Dance With Me
Francis Bebey - Forest Nativity (Red Axes Edit)
DJ Sotofett - Drippin For 97 Mix
Afro Cult Foundation - The Quest
Cantoma – Sea Of Blue



more info

23/1/17

Δύο ελληνικές disco μπαλάντες των late 70s


 Αρκετοί ακροατές, ειδικά όσοι προτιμούν πιο κλασικά ροκ ακούσματα, αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’70 με μία απαξίωση. Από την άλλη, από το 2000 περίπου έχει αναπτυχθεί μία τάση επανεκτίμησης και αναβίωσης της disco και της πρώιμης χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής των late 70s. Βέβαια, ένας φίλος του post punk και του new wave πάντα θα συνδέει αυτή την περίοδο με τις αγαπημένες του μουσικές. Επομένως, παρόλο που τα τέλη των 70s αναμφίβολα χαρακτηρίζονταν από την ασφυκτική πλέον επιρροή των οικονομικών συμφερόντων στην καλλιτεχνική δημιουργία, αποτέλεσαν μία πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο, κυρίως επειδή ο ακόμα πρώιμος ηλεκτρονικός ήχος άρχισε να εισβάλει παντού, στο rock, στη disco, ακόμα και στο ελαφρύ τραγούδι, εισβολή που γιγαντώθηκε  στην επόμενη δεκαετία.

Στη συγκριτικά μικρή μουσική σκηνή της χώρας μας, οι εντόπιοι καλλιτέχνες ακολουθούσαν με θάρρος και δημιουργικότητα τις εξελίξεις στο εξωτερικό, όσο βέβαια τους επέτρεπαν οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες των διόλου εύκολων μεταπολεμικών ετών. Έτσι και στα τέλη της δεκαετίας του ’70, στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μία αξιοπρόσεκτη disco σκηνή, την οποία ειδικά οι φίλοι του συγκεκριμένου είδους έχουν ψάξει ελάχιστα, χάνοντας μερικά καταπληκτικά τραγούδια και, σπανιότερα, ολόκληρα άλμπουμ. Μάλιστα, κάποιοι συνθέτες πρωτοπόρησαν ακόμα περισσότερο, παντρεύοντας το electrodisco στιλ με στοιχεία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, το οποίο στα 70s είχε τις δικές του κορυφαίες στιγμές. 

Ως αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής της ελληνικής disco άνθησης, πιο συγκεκριμένα της λιγότερο χορευτικής και πιο «μπαλαντοειδούς» πλευράς της, παρουσιάζω δύο τραγούδια που έχω ξεχωρίσει. Όπως θα διαβάσετε στη συνέχεια, υπεύθυνοι για αυτά είναι σημαντικοί Έλληνες καλλιτέχνες.

Το πρώτο είναι το Loves Fool της Sigma Fay, από το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ της που κυκλοφόρησε το 1979. Όπως πληροφορούμαστε από το Discogs, το πραγματικό όνομα της Sigma Fay είναι Ευγενία Αθανίτη, είναι αδερφή της διάσημης ηθοποιού Κατιάνας Μπαλανίκα και σύζυγος του πάλαι ποτέ drummer των Aphrodites Child, Λουκά Σιδερά. Στη διάρκεια μίας κουβέντας με έναν φίλο, γνώστη των 70s, έμαθα ότι η Sigma Fay προωθήθηκε στην ελληνική μουσική σκηνή με σκοπό να κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία, ανταγωνιζόμενη, στο πλαίσιο της ντόπιας αγοράς, μεγάλα ονόματα του εξωτερικού. Δεν νομίζω να το πέτυχε, αν και κάποια τραγούδια της ακούστηκαν στις ντισκοτέκ της εποχής. Πάντως το ντεμπούτο της είναι ένα αξιοπρεπέστατο disco άλμπουμ, με ωραίες μελωδίες και προσεγμένη παραγωγή και ενορχήστρωση, κάτι αναμενόμενο αφού στο τιμόνι είναι ο Λουκάς Σιδεράς.


Το τραγούδι Loves Fool αποτελεί την κλασική μπαλάντα του δίσκου και, κατά τη γνώμη μου, ξεχωρίζει. Ένα pop διαμάντι, που με έναν περίεργο τρόπο θυμίζει Kate Bush. Η φωνή της Sigma Fay αποπνέει φρεσκάδα και αθωότητα, καθώς δηλώνει μετανιωμένη που άφησε το amore της να της φύγει. Ωστόσο, κάτω από την pop επιφάνεια χτυπά μία αδιαμφισβήτητα rock καρδιά. Η σύνθεση και οι στίχοι του τραγουδιού ανήκουν στην Ariadne MacKinnon Andrew, μία περίεργη περίπτωση στην ελληνική μουσική. Πέρα από τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στο ντεμπούτο της Sigma Fay, η MacKinnon Andrew έχει συνεργαστεί με την αφρόκρεμα του ελληνικού rock των 70s  (Γιώργος Ρωμανός, Δημήτρης  Πουλικάκος, Ακρίτας, P.L.J. Band κ.α.) Το ’81 κυκλοφόρησε ένα προσωπικό άλμπουμ, Naughty Dreams, ενώ το ’93 συμμετείχε στο συγκρότημα Cool-S. Η μουσική της, όπως διακρίνεται ήδη από τους τίτλους,  έχει ένα σατιρικό πνεύμα. Μία πολύ ενδιαφέρουσα καλλιτέχνιδα, για την οποία γνωρίζουμε πολύ λίγα. Πιθανότατα οι παλιότεροι μουσικοκριτικοί μπορούν να βοηθήσουν.

Το δεύτερο τραγούδι που επέλεξα αποτελεί επίσης μία ερωτική μπαλάντα, αλλά διαφοροποιείται αρκετά από το Loves Fool της Sigma Fay, τίτλος του Τι να μας κάνει η νύχτα, με τραγουδίστρια τη Χριστιάνα σε σύνθεση και στίχους του Κώστα Τουρνά. Το συγκεκριμένο τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στο ομώνυμο άλμπουμ της Χριστιάνας, που κυκλοφόρησε το 1980. 

Αν το Loves Fool αφήνει τη γεύση μίας ρομαντικής ερωτικής μελαγχολίας, το Τι να μας κάνει η νύχτα αναδεικνύει μία ανατολίτικη ηδυπάθεια, στοιχείο που οφείλεται, θεωρώ, σε τρία συστατικά: στον απλό αλλά ποιοτικό ελληνικό στίχο, που δίνει μία διάσταση κισμέτ στον έρωτα, στην εξαιρετική ερμηνεία της Χριστιάνας και τέλος στην αρμονία που κατόρθωσε ο Τουρνάς ανάμεσα στο λαϊκό τραγούδι και τον synth ήχο της εποχής. Αν και πολλές ανάλογες απόπειρες της ίδιας περιόδου κατέληγαν σε τραγούδια που τουλάχιστον σήμερα ακούγονται παρωχημένα, το Τι να μας κάνει η νύχτα κουβαλά όχι μόνο μία ρετρό γοητεία αλλά και συναισθηματική ειλικρίνεια.


Η Χριστιάνα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λαϊκές φωνές της δεκαετίας του ’70, με πρώτη της εμφάνιση στο πλευρό του Δημήτρη Μητροπάνου στο «θεοδωρακικό» Τα Κήθυρα ποτέ δεν θα τα βρούμε (1973) σε μουσική του Γιώργου Κατσαρου και στίχους του Ηλία Λυμπερόπουλου. Ο Κώστας Τουρνάς πάλι, οχτώ χρόνια μετά το κορυφαίο του ντεμπούτο Απέραντα Χωράφια (1972), έχει ήδη εξοικειωθεί με το disco στιλ φτάνοντας σε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Έτσι, για ένα τραγούδι ξεκάθαρα λαϊκό ως προς τη σύνθεσή του επιλέγει μία ενορχήστρωση που χαρακτηρίζαμε ως electro reggae, θυμίζοντας το Private Life της Grace Jones, το οποίο κυκλοφόρησε το 1980, δηλαδή την ίδια χρονιά με το Τι να μας κάνει η νύχτα. Άλλωστε, αν και η Χριστιάνα τραγουδά καταπληκτικά, σκεφτόμαστε να το αποδίδει η μοναδική φωνή του Κώστα Τουρνά. Θα ήθελα, λοιπόν, μία ωραία στουντιακή slow εκτέλεση από τον ίδιο, καθώς συχνά το συμπεριλαμβάνει στις live εμφανίσεις του.

Αυτά τα δύο τραγούδια, αν και αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, σαν να αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς το μεν Loves Fool κοιτά στη Δύση και αναφέρεται σε ένα χαμένο ιδανικό, ενώ το Τι να μας κάνει η νύχτα έχει τις ρίζες του στην δική μας μουσική παράδοση κι έτσι έχει μια οικεία συναισθηματική ζεστασιά. Φαντάζομαι σε κάποιο μπαρ έναν DJ τις μεταμεσονύκτιες ώρες να επιλέγει τα δύο κομμάτια back-to-back, χωρίς καμία διάθεση για ρετρό kitsch παιχνίδια. Άλλωστε, οι προθέσεις σε αυτό το κείμενο δεν σχετίζονται ούτε με την εξύμνηση της μουσικής του παρελθόντος, ούτε με την κυρίως hipster αναβίωση αναμνηστικών μιας παλιάς φάσης της pop κουλτούρας. Αντιθέτως, βασικός σκοπός του άρθρου είναι να στρέψω την προσοχή σας σε δύο αξιόλογα ελληνικά τραγούδια. 

Εικόνα